Η εικόνα είναι γνώριμη σε χιλιάδες ελληνικές οικογένειες: ένας συγγενής με διαβήτη, υπέρταση και πρώιμη νεφρική βλάβη, προσπαθεί να πλοηγηθεί σε ένα λαβύρινθο. Ψάχνει ραντεβού στο ΕΣΥ, αλλά καταλήγει να πληρώνει από την τσέπη του σε ιδιώτες για να μην καθυστερήσει τις εξετάσεις του, και τελικά, στην πρώτη υποτροπή, βρίσκεται σε μια επικίνδυνη αναμονή στα ΤΕΠ ενός δημόσιου νοσοκομείου.
Αυτή η ταλαιπωρία δεν είναι απλώς θέμα «κακής οργανώσεως»· είναι το σύμπτωμα μιας βαθιάς δομικής αναντιστοιχίας.
Σύμφωνα με τη νέα, αποκαλυπτική έκθεση του World Economic Forum (WEF) και του London School of Economics (LSE) στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας PHSSR (σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής), το ελληνικό σύστημα υγείας βρίσκεται αντιμέτωπο με μια «τέλεια καταιγίδα»: ένα σύστημα σχεδιασμένο για την αντιμετώπιση οξέων περιστατικών καλείται να διαχειριστεί ένα κύμα χρόνιων παθήσεων που απειλεί να το λυγίσει.
Αριθμοί που σοκάρουν
Τα στοιχεία της έκθεσης αποτυπώνουν με ακρίβεια το μέγεθος της πρόκλησης:
- 85% της συνολικής επιβάρυνσης υγείας στη χώρα μας οφείλεται πλέον σε Μη Μεταδοτικά Νοσήματα (NCDs). Κύριες αιτίες τα καρδιαγγειακά, ο καρκίνος, ο διαβήτης, τα χρόνια αναπνευστικά και η χρόνια νεφρική νόσο.
- πάνω από 4 στους 10 ενήλικες στην Ελλάδα ζουν με τουλάχιστον μία διαγνωσμένη χρόνια πάθηση.
- το επικίνδυνο φαινόμενο της πολυνοσηρότητας. Στους πολίτες άνω των 65 ετών, πάνω από το 50% υποφέρει από περισσότερα από ένα χρόνια νοσήματα ταυτόχρονα.
Η κατάσταση επιβαρύνεται δραματικά από δύο παράγοντες:
- τη ραγδαία γήρανση του πληθυσμού και
- την υψηλή έκθεση σε παράγοντες κινδύνου.
Η Ελλάδα παραμένει στις πρωταθλήτριες χώρες στο κάπνισμα, την παιδική και ενηλίκων παχυσαρκία, την ανθυγιεινή διατροφή και τη σωματική αδράνεια. Παράλληλα, η έκθεση αναδεικνύει τη Χρόνια Νεφρική Νόσο (CKD) ως μια σιωπηλή αλλά καλπάζουσα απειλή, που συχνά διαγιγνώσκεται καθυστερημένα, αυξάνοντας κατακόρυφα τις ανάγκες για αιμοκάθαρση και νοσοκομειακή φροντίδα.
Θεραπεύουμε αφού πάθουμε
Πού εντοπίζεται η ρίζα του προβλήματος; Στο γεγονός ότι το ΕΣΥ παραμένει ένα αντιδραστικό (reactive) και όχι προληπτικό (preventive) σύστημα.
Αντί η πολιτεία να επενδύει συστηματικά στην πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση στην κοινότητα, η πλειονότητα των πόρων κατευθύνεται στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια φροντίδα, δηλαδή στα νοσοκομεία. Το αποτέλεσμα είναι να δαπανώνται τεράστια ποσά για τη θεραπεία επιπλοκών που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, αν ο ασθενής είχε διαγνωστεί και ρυθμιστεί εγκαίρως από έναν προσωπικό γιατρό.
Παρά τις προσπάθειες ψηφιοποίησης και τα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου, η έρευνα επισημαίνει ότι η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) παραμένει κατακερματισμένη, με σοβαρές ελλείψεις σε εξειδικευμένο προσωπικό και ανισορροπίες στη γεωγραφική κατανομή των γιατρών.
Η «δωρεάν» υγεία που κοστίζει ακριβά
Αυτή η δομική αδυναμία του δημόσιου συστήματος μετακυλίει το κόστος απευθείας στις τσέπες των νοικοκυριών.
Η έκθεση του WEF/PHSSR χτυπά το καμπανάκι για τις υψηλές ιδιωτικές πληρωμές. Οι Έλληνες πολίτες καλούνται να πληρώσουν από την προσωπική τους περιουσία για φάρμακα, διαγνωστικές εξετάσεις και επισκέψεις σε ιδιώτες γιατρούς, προκειμένου να παρακολουθήσουν τη χρόνια πάθησή τους χωρίς πολύμηνες αναμονές.
Ως αποτέλεσμα ένα σημαντικό ποσοστό νοικοκυριών, ιδιαίτερα στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και στους συνταξιούχους, αντιμετωπίζει πλέον «καταστροφικές δαπάνες υγείας», δηλαδή δαπάνες που απειλούν την οικονομική τους επιβίωση.








