Ο καρκίνος του παχέος εντέρου και του ορθού είναι η δεύτερη συχνότερη αιτία θανάτου από καρκίνο στον πλανήτη, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Παράλληλα, τα περιστατικά του συγκεκριμένου καρκίνου αυξάνονται περίπου κατά 1% κάθε χρόνο συνεχόμενα από το 2004, με τους ειδικούς να προβλέπουν περαιτέρω αύξηση για τα επόμενα έτη. Μάλιστα, πλέον 1 στις 5 διαγνώσεις αφορούν άτομα κάτω των 55 ετών, ενώ ήδη στις ΗΠΑ ο συγκεκριμένος καρκίνος αποτελεί την πιο συχνή αιτία θανάτου από καρκίνο σε νεότερους ενήλικες, κάτω των 50 ετών.
Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία, η σημαντική αυτή αύξηση του καρκίνου του παχέος εντέρου και του ορθού οφείλεται στη διατροφή και ιδίως στην ανεπαρκή κατανάλωση φυτικών ινών, καθώς και στην υπερβολική κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και επεξεργασμένων κρεάτων.
Η διατροφή, όμως, δεν είναι μόνο στην πρόληψη της εμφάνισης του καρκίνου αλλά και στην πρόληψη μιας πιθανής υποτροπής.
Ένας ακόμα πιθανός παράγοντας που μπορεί να επηρεάζει την πορεία των ασθενών με τη νόσο, πέρα από τη διατροφή, είναι και η κατανάλωση καφέ. Ειδικότερα, μελέτες έχουν δείξει ότι το δημοφιλές αυτό ρόφημα ευνοεί τον προγραμματισμένο κυτταρικό θάνατο, περιορίζει τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων και έχει αντιφλεγμονώδη και αντιοξειδωτική δράση, τόσο σε εργαστηριακά πειράματα όσο και σε ζωντανούς οργανισμούς. Παράλληλα, αυξάνονται τα στοιχεία που συνδέουν την κατανάλωση καφέ με μικρότερο κίνδυνο θανάτου από τη συγκεκριμένη μορφή καρκίνου και από οποιαδήποτε αιτία.
Σε πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cancer Causes & Control, ερευνητές εξέτασαν αν η κατανάλωση καφέ συνδέεται με τον κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία ή από τη νόσο σε ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου και του ορθού.
Πώς έγινε η μελέτη
Οι ερευνητές εξέτασαν τη σχέση της κατανάλωσης καφέ με τον κίνδυνο θανάτου από τη νόσο και από οποιαδήποτε αιτία, σε ασθενείς διαφορετικής εθνοτικής και φυλετικής προέλευσης. Στην ανάλυση συμπεριέλαβαν άτομα από τη Multiethnic Cohort Study, τα οποία διαγνώστηκαν με καρκίνο του παχέος εντέρου και του ορθού μετά την ένταξή τους στη μελέτη, αλλά πριν αξιολογηθεί ξανά η διατροφή τους. Η κατανάλωση καφέ καταγράφηκε μέσω ερωτηματολογίου συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων, αρχικά κατά την ένταξη στη μελέτη, από το 1993 έως το 1996, και στη συνέχεια από το 2003 έως το 2008. Για τις κύριες αναλύσεις που αφορούσαν την κατανάλωση μετά τη διάγνωση χρησιμοποιήθηκε το δεύτερο ερωτηματολόγιο. Ο διάμεσος χρόνος από τη διάγνωση έως τη συμπλήρωσή του ήταν 4,8 έτη στους άνδρες και 4,4 έτη στις γυναίκες.
Η μελέτη εστίασε κυρίως στη συνολική κατανάλωση καφέ, συνυπολογίζοντας τον ντεκαφεϊνέ και τον καφέ με καφεΐνη. Παράλληλα, εξετάστηκε η κατανάλωση κάθε τύπου ξεχωριστά. Κατά την ένταξη στη μελέτη, οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν αναλυτικό ερωτηματολόγιο με στοιχεία για τα δημογραφικά χαρακτηριστικά τους, το ιατρικό ιστορικό, τα συνυπάρχοντα νοσήματα, το ιστορικό καπνίσματος, το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του παχέος εντέρου και του ορθού, τη σωματική δραστηριότητα και τη χρήση φαρμάκων. Ως κύριο κριτήριο αξιολόγησης ορίστηκε η θνησιμότητα από κάθε αιτία και ως δευτερεύον η θνησιμότητα από τη συγκεκριμένη νόσο.
Για να εκτιμήσουν τη σχέση της κατανάλωσης καφέ με τη θνησιμότητα, οι ερευνητές συνυπολόγισαν παράγοντες όπως το φύλο, η ηλικία, ο δείκτης μάζας σώματος, η φυλετική και εθνοτική προέλευση, η εντόπιση και το στάδιο του καρκίνου, το μορφωτικό επίπεδο, η οικογενειακή κατάσταση, τα συνυπάρχοντα νοσήματα, η σωματική δραστηριότητα, το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, άλλες διαγνώσεις καρκίνου, η πρόσληψη ωμέγα 3 λιπαρών οξέων και ο χρόνος από τη διάγνωση μέχρι τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου.
Σε πρόσθετες αναλύσεις, οι ερευνητές εξέτασαν ταυτόχρονα την κατανάλωση ντεκαφεϊνέ και καφέ με καφεΐνη, καθώς και το αν τα αποτελέσματα διέφεραν ανάλογα με την εθνοτική και φυλετική προέλευση. Εξέτασαν επίσης τη σχέση της θνησιμότητας με την πρόσληψη καφεΐνης από οποιαδήποτε πηγή, όπως μαύρο τσάι, καφές, αναψυκτικά διαίτης, κανονικά αναψυκτικά και πράσινο τσάι. Ακόμη, διερεύνησαν αν οι αλλαγές στην κατανάλωση καφέ πριν και μετά τη διάγνωση συνδέονταν με την επιβίωση. Πραγματοποίησαν και αναλύσεις ευαισθησίας, ώστε να ελέγξουν την πιθανή επίδραση συστηματικών σφαλμάτων στα αποτελέσματα.
Η μεγαλύτερη κατανάλωση ντεκαφεϊνέ συνδέθηκε με χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία
Στη μελέτη συμμετείχαν 1.098 άτομα με καρκίνο του παχέος εντέρου και του ορθού. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης καταγράφηκαν 628 θάνατοι, εκ των οποίων οι 107 οφείλονταν στη νόσο.
Στο σύνολο των συμμετεχόντων, ο κανονικός καφές με καφεΐνη δεν συνδέθηκε στατιστικά σημαντικά με χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία ή από καρκίνο του παχέος εντέρου και του ορθού. Αντίθετα, η κατανάλωση τουλάχιστον ενός φλιτζανιού ντεκαφεϊνέ την ημέρα συνδέθηκε με 29% χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία, σε σύγκριση με τη μη κατανάλωση ντεκαφεϊνέ. Δεν βρέθηκε όμως στατιστικά σημαντική σχέση ανάμεσα στον ντεκαφεϊνέ και στον κίνδυνο θανάτου ειδικά από τη νόσο.
Παράλληλα, όταν οι ερευνητές εξέτασαν τη συνολική πρόσληψη καφεΐνης από όλες τις πηγές, όπως καφέ, τσάι και αναψυκτικά, διαπίστωσαν ότι το 25% των συμμετεχόντων με την υψηλότερη πρόσληψη είχε 22% χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία και 52% χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου από καρκίνο του παχέος εντέρου και του ορθού, σε σύγκριση με το 25% που είχε τη χαμηλότερη πρόσληψη. Επομένως, τα ευρήματα δεν δείχνουν απλώς ότι ο ντεκαφεϊνέ είναι καλύτερος από τον κανονικό καφέ. Η μελέτη δεν συνέκρινε άμεσα την αντικατάσταση του κανονικού καφέ με ντεκαφεϊνέ και δεν απέδειξε ότι κάποιος από τους δύο τύπους καφέ παρατείνει την επιβίωση.
Πρόκειται για μελέτη παρατήρησης, επομένως καταγράφει συσχετίσεις και δεν αποδεικνύει σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Τα αποτελέσματα μπορεί να επηρεάστηκαν από διαφορές στον τρόπο ζωής και στην κατάσταση της υγείας των συμμετεχόντων, από παράγοντες που δεν μετρήθηκαν, καθώς και από το γεγονός ότι στην ανάλυση συμπεριλήφθηκαν μόνο ασθενείς που επέζησαν αρκετά ώστε να ολοκληρώσουν την επαναληπτική διατροφική αξιολόγηση. Συνεπώς, τα ευρήματα δεν αποτελούν σύσταση προς τους ασθενείς να αρχίσουν να πίνουν καφέ, να αυξήσουν την κατανάλωσή του ή να αντικαταστήσουν τον κανονικό καφέ με ντεκαφεϊνέ.








