Για πολλά χρόνια, η νόσος Αλτσχάιμερ θεωρούνταν πάθηση για την οποία δεν υπήρχε θεραπεία. Πλέον, όμως, αυτή η περιγραφή δεν ισχύει απόλυτα, σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση για τη Νόσο Αλτσχάιμερ του 2026.
Μόνο την τελευταία πενταετία, νέα φάρμακα έδειξαν ότι μπορούν να επιβραδύνουν, έστω και σε περιορισμένο βαθμό, την εξέλιξη της νόσου στα αρχικά της στάδια. Παράλληλα, πληθαίνουν τα στοιχεία που δείχνουν ότι ορισμένα περιστατικά άνοιας θα μπορούσαν να καθυστερήσουν ή ακόμη και να προληφθούν, αν μειωθούν συγκεκριμένοι παράγοντες κινδύνου.
Σήμερα διεξάγονται εκατοντάδες κλινικές δοκιμές σε όλο τον κόσμο. Οι ερευνητές εξετάζουν φάρμακα, νέες διαγνωστικές μεθόδους και παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, αναζητώντας τρόπους να εντοπίσουν έγκαιρα, να αντιμετωπίσουν ή να καθυστερήσουν την έκπτωση της μνήμης και άλλων νοητικών λειτουργιών.
Η οριστική θεραπεία εξακολουθεί να απέχει πολύ. Ωστόσο, η προοπτική της μοιάζει «πιο χειροπιαστή από ποτέ», σύμφωνα με την έκθεση, την οποία συνέταξε η Διεθνής Εταιρεία Νόσου Αλτσχάιμερ.
«Για δεκαετίες, η άνοια αντιμετωπιζόταν ευρέως ως αναπόφευκτη συνέπεια της γήρανσης και του νευροεκφυλισμού, με ελάχιστες θεραπευτικές επιλογές πέρα από την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Πλέον, η έρευνα έχει περάσει σε μια περίοδο πρωτοφανούς δραστηριότητας», ανέφερε η έκθεση.
«Η νόσος Αλτσχάιμερ δεν περιγράφεται πλέον σε όλες τις περιπτώσεις ως νόσος χωρίς θεραπεία. Αντιθέτως, αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο ότι η έγκαιρη διάγνωση, η καλύτερη κατανόηση των βιολογικών μηχανισμών της και ένα ευρύτερο φάσμα παρεμβάσεων μπορούν, συνδυαστικά, να βελτιώσουν την πορεία των ασθενών».
Οι ειδικοί μάλιστα τη σημερινή περίοδο με όσα συνέβησαν στην ογκολογία τη δεκαετία του 1990. Τότε εμφανίστηκε η πρώτη γενιά αντικαρκινικών θεραπειών. Παρότι δεν ήταν τέλειες, άνοιξαν τον δρόμο για αποτελεσματικούς συνδυασμούς φαρμάκων, θεραπείες προσαρμοσμένες στα χαρακτηριστικά κάθε ασθενούς και πιο έγκαιρη παρέμβαση.
«Προς το παρόν, δεν υπάρχει κάποια μεμονωμένη ανακάλυψη αντίστοιχη με την ανακάλυψη της πενικιλίνης ή την εμφάνιση των στατινών», σημείωσαν οι συντάκτες της έκθεσης.
«Αυτό που συμβαίνει είναι λιγότερο εντυπωσιακό: η έμφαση μετατοπίζεται από τη θεραπεία στην πρόληψη, από το μεμονωμένο μόριο στον τρόπο ζωής και από την πεποίθηση ότι η νόσος είναι αναπόφευκτη στην αναγνώριση ότι υπάρχουν δυνατότητες παρέμβασης».
Καθώς ο πληθυσμός γερνά παγκοσμίως, ορισμένες εκτιμήσεις προβλέπουν ότι το 2050 θα ζουν με άνοια 139 εκατομμύρια άνθρωποι.
Ακόμη και μια μικρή καθυστέρηση στην εμφάνιση της έκπτωσης των νοητικών λειτουργιών θα μπορούσε να σημαίνει εκατομμύρια λιγότερα περιστατικά.
Πρόσφατα, για παράδειγμα, ο ΠΟΥ δημοσίευσε νέες οδηγίες για τη μείωση του κινδύνου άνοιας.
Σύμφωνα με νεότερα ερευνητικά δεδομένα, έως και το 45% των περιστατικών άνοιας θα μπορούσαν ενδεχομένως να προληφθούν ή να καθυστερήσουν, αν αντιμετωπιστούν 14 παράγοντες κινδύνου που μπορούν να τροποποιηθούν σε διάφορες περιόδους της ζωής.
Ανάμεσά τους είναι η υψηλή αρτηριακή πίεση, η κατάθλιψη, η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας, το κάπνισμα, ο διαβήτης, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και η υψηλή χοληστερόλη.
Σύμφωνα με την έκθεση, σε κρίσιμο σημείο βρίσκονται και οι κλινικές δοκιμές για την άνοια.
Από το 2000 έως το 2020, πάνω από το 99% των πειραματικών φαρμάκων απέτυχαν στις κλινικές δοκιμές.
Η πρόσφατη εμφάνιση της δονανεμάμπης και της λεκανεμάμπης αποτέλεσε ορόσημο, σύμφωνα με την Καθ Μάμερι, διευθύντρια του Δικτύου Κλινικών Δοκιμών για την Άνοια στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ήταν τα πρώτα φάρμακα που έλαβαν πλήρη έγκριση και έδειξαν ότι μπορούν να επιβραδύνουν σε κάποιον βαθμό την εξέλιξη της νόσου Αλτσχάιμερ στα αρχικά της στάδια, αντί να αντιμετωπίζουν μόνο τα συμπτώματά της.
«Ελπίζαμε ότι η επίδραση στους ασθενείς θα ήταν μεγαλύτερη. Ήταν όμως μια τεράστια στιγμή, γιατί έδειξε ότι μπορούμε να αλλάξουμε την πορεία της νόσου», δήλωσε η Μάμερι στην έκθεση.
Δεν έχουν πειστεί, πάντως, όλοι οι ερευνητές ότι η δονανεμάμπη και η λεκανεμάμπη προσφέρουν ουσιαστικό όφελος στους ασθενείς. Για παράδειγμα, δεν φαίνεται να έχουν την ίδια αποτελεσματικότητα σε όλους τους ανθρώπους ή σε όλες τις περιοχές του εγκεφάλου.
Παρόλα αυτά, η έγκρισή τους αποτέλεσε μια θετική εξέλιξη, που άλλαξε τις προσδοκίες για όσα μπορεί να πετύχει η έρευνα για την άνοια, σύμφωνα με τη νέα έκθεση.
Την τελευταία δεκαετία, ο αριθμός των υποψήφιων φαρμάκων που μελετώνται για την άνοια έχει αυξηθεί κατά περίπου 40%.
Αυτή τη στιγμή, οι ερευνητές αξιολογούν 158 πιθανές θεραπείες σε 192 κλινικές δοκιμές παγκοσμίως.
Μόνο φέτος αναμένονται αποτελέσματα από οκτώ δοκιμές φάσης ΙΙΙ. Πρόκειται για μελέτες στις οποίες μια θεραπεία δοκιμάζεται σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων και συγκρίνεται με την καθιερωμένη φροντίδα.
Πολλά από τα φάρμακα που εξετάζονται έχουν ήδη εγκριθεί για χρήση στον άνθρωπο. Μάλιστα, πάνω από το ένα τρίτο των φαρμάκων που βρίσκονται σήμερα υπό μελέτη για την άνοια αναπτύχθηκαν αρχικά για άλλες παθήσεις.
Όμως, πολλοί άνθρωποι που βρίσκονται στα αρχικά στάδια έκπτωσης των νοητικών λειτουργιών δεν γνωρίζουν ότι υπάρχουν αυτές οι δυνατότητες.
«Το μεγαλύτερο λάθος που γίνεται αυτή τη στιγμή είναι ότι άνθρωποι που πιθανότατα βρίσκονται στα πρώτα στάδια της νόσου Αλτσχάιμερ δεν εντοπίζονται, αν και οι ενδείξεις είναι σαφείς… ενώ το χρονικό περιθώριο για θεραπεία είναι πολύ μικρό», δήλωσε η νευροακτινολόγος Έμερ ΜακΣουίνι.
Η ΜακΣουίνι πρόσθεσε ότι οι ασθενείς συχνά δεν ενημερώνονται για τις κλινικές δοκιμές ή για το πώς μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση στα νέα φάρμακα.
«Πρόκειται για πανδημία», τόνισε. «Χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας στους επαγγελματίες υγείας, ώστε περισσότεροι άνθρωποι να ενημερώνονται για τις κλινικές δοκιμές και να λαμβάνουν υποστήριξη για να συμμετάσχουν. Χρειαζόμαστε πράξεις, όχι λόγια».
Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια είναι η διάγνωση.
Η ανάπτυξη θεραπειών που ενδέχεται να επιβραδύνουν την επιδείνωση της μνήμης και της σκέψης είναι σημαντική. Για να ωφελήσουν όμως τους ασθενείς, πρέπει πρώτα να φτάσουν σε εκείνους που τις χρειάζονται.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, μόνο περίπου το 2% των ανθρώπων που έχουν διαγνωστεί με Αλτσχάιμερ έχουν πρόσβαση σε διαγνωστική εξέταση που θεωρείται η πλέον αξιόπιστη. Αυτό έδειξε μελέτη στην οποία συμμετείχε ως επικεφαλής ο Τζόναθαν Σοτ, επικεφαλής ιατρικός σύμβουλος της Alzheimer’s Research UK.
Μια πιθανή λύση είναι οι εξετάσεις αίματος που αναζητούν βιοδείκτες της άνοιας.
Τα πρώτα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, αλλά οι νέες αυτές εξετάσεις πρέπει ακόμη να αξιολογηθούν σε επίπεδο πληθυσμού. Έτσι θα διαπιστωθεί αν μπορούν πράγματι να εντοπίζουν με ακρίβεια τους ανθρώπους που παρουσιάζουν τα πρώτα σημάδια έκπτωσης των νοητικών λειτουργιών.
«Ένα πρωτοποριακό φάρμακο έχει μικρή αξία αν οι περισσότεροι άνθρωποι που ζουν με άνοια δεν εντοπίζονται καν», σημειώθηκε στην έκθεση.
Σύμφωνα με την έκθεση, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι αισιοδοξίας. Το επόμενο βήμα είναι οι επιστημονικές εξελίξεις να φτάσουν και στην καθημερινή φροντίδα των ασθενών.
«Η πρόκληση για την επόμενη δεκαετία είναι η συμμετοχή στην έρευνα για την άνοια να πάψει να εξαρτάται από την επιμονή ή την τύχη και να γίνει μια πραγματική δυνατότητα για όλους όσοι θέλουν να την εξετάσουν», κατέληξε η έκθεση.








