Οι γυναίκες έχουν μικρότερες πιθανότητες από τους άνδρες να υποβληθούν σε θεραπείες όπως μια χειρουργική επέμβαση ή η τοποθέτηση στεντ, ακόμη και όταν πάσχουν από την ίδια ασθένεια. Λιγότερο συχνά φαίνεται επίσης να λαμβάνουν ισχυρά παυσίπονα, σύμφωνα με νέα ανασκόπηση πολλαπλών μελετών με δεδομένα από Ευρώπη, ΗΠΑ, Καναδά, Κίνα και Χιλή.
Ανασκόπηση μελετών από όλο τον κόσμο έδειξε ότι οι γυναίκες δεν λαμβάνουν πάντα την ίδια αντιμετώπιση με τους άνδρες για μια σειρά από προβλήματα υγείας, όπως οι καρδιαγγειακές παθήσεις, η νεφρική νόσος και η νόσος Πάρκινσον. Τα ευρήματα αποτυπώνουν πόσο μεγάλες εξακολουθούν να είναι οι ανισότητες στην ιατρική περίθαλψη μεταξύ των δύο φύλων.
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του St Andrews εξέτασαν 38 μελέτες και διαπίστωσαν ότι στις 33 από αυτές οι γυναίκες είχαν μικρότερες πιθανότητες να λάβουν πιο δραστική θεραπεία. Οι γυναίκες που είχαν υποστεί έμφραγμα ή αντιμετώπιζαν καρδιακή ανεπάρκεια ή αρρυθμία λάμβαναν συχνότερα φάρμακα. Αντίθετα, οι άνδρες είχαν περισσότερες πιθανότητες να υποβληθούν σε επέμβαση στεφανιαίας παράκαμψης, τοποθέτηση στεντ ή κάποια άλλη χειρουργική θεραπεία. Όπως αποκάλυψε η ανάλυση, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «PLOS One», στις γυναίκες χορηγούνταν επίσης λιγότερο συχνά στατίνες.
Οι άνδρες με νόσο Πάρκινσον παραπέμπονταν συχνότερα για εν τω βάθει εγκεφαλική διέγερση. Παράλληλα, οι άνδρες με ηπατική ανεπάρκεια είχαν περισσότερες πιθανότητες από τις γυναίκες να υποβληθούν σε μεταμόσχευση. Στις γυναίκες με νεφρική νόσο που χρειάζονταν αιμοκάθαρση δημιουργούνταν λιγότερο συχνά μόνιμη αγγειακή προσπέλαση, με αποτέλεσμα να παραμένουν για μεγαλύτερο διάστημα με καθετήρα. Οι γυναίκες είχαν επίσης μικρότερες πιθανότητες να λάβουν οπιοειδή για την αντιμετώπιση του πόνου.
Γιατί παρατηρούνται αυτές οι διαφορές
Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι διαφορές αυτές δεν μπορούν να εξηγηθούν από την ανάγκη διαφορετικής ιατρικής αντιμετώπισης των γυναικών. Καμία από τις μελέτες δεν εντόπισε κάποια κατευθυντήρια οδηγία που να συνιστά διαφορετική θεραπεία ανάλογα με το φύλο. Επομένως, τίθεται το ερώτημα εάν τα ευρήματα αντανακλούν άνιση μεταχείριση μέσα στο σύστημα υγείας.
Ο δρ Άντριου Ο’Μάλεϊ, ένας από τους επικεφαλής της μελέτης, δήλωσε: «Τα ευρήματα καλούν τους γιατρούς να εξετάσουν εάν προτείνουν μια θεραπεία με βάση κλινικά δεδομένα ή εάν επηρεάζονται από υποθέσεις που κάνουν για τον ασθενή».
Όπως εξήγησε, προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι οι γιατροί αποδίδουν συχνότερα τα συμπτώματα των γυναικών στο άγχος, ενώ κάνουν και περισσότερα διαγνωστικά λάθη στις γυναίκες ασθενείς, ακόμη και όταν οι εξετάσεις δείχνουν ότι υπάρχει πρόβλημα.
Η δρ Μίριαμ Βενχάουζεν, επίτιμη λέκτορας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του St Andrews, δήλωσε: «Δεν μας εξέπληξε το συμπέρασμα στο οποίο έδειχναν τα ευρήματα, αλλά το πόσο σταθερά ήταν. Το ίδιο μοτίβο εμφανίστηκε στην καρδιολογία, τη χειρουργική, τις μεταμοσχεύσεις και την επείγουσα περίθαλψη και, στις περισσότερες μελέτες, παρέμεινε ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη άλλους παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα»
Σύμφωνα με την ίδια, δεν είναι απολύτως σαφείς οι λόγοι που παρατηρείται με τόση συνέπεια αυτό το φαινόμενο «πιθανότητα, όμως, σχετίζεται με το γεγονός ότι, μέχρι και πριν από μερικές δεκαετίες, οι γυναίκες υποεκπροσωπούνταν στις κλινικές δοκιμές. Ως αποτέλεσμα, πολλές κατευθυντήριες οδηγίες βασίζονται σε δεδομένα που προέρχονται κυρίως από άνδρες».
Πάντως, τα ευρήματα έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία εντείνεται η ανησυχία για τις ανισότητες μεταξύ ανδρών και γυναικών στον τομέα της υγείας. Τον περασμένο Μάρτιο, ο πρώην υπουργός Υγείας της Βρετανίας, Γουές Στρίτινγκ, είχε δηλώσει ότι οι γυναίκες βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν «ιατρικό μισογυνισμό».








