Όλο και περισσότερα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι ο αριθμός των δοντιών που λείπουν από ένα άτομο μπορεί να αποτελεί ένδειξη αυξημένου κινδύνου να πεθάνει νωρίτερα από το αναμενόμενο. Νέα μελέτη, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό BMC Oral Health, διαπίστωσε ότι δεν έχει σημασία μόνο πόσα δόντια έχετε, αλλά και σε ποια κατάσταση βρίσκονται όσα έχουν απομείνει.
Ειδικότερα, ομάδα ερευνητών με επικεφαλής επιστήμονες από το University of Osaka μελέτησε ιατρικά και οδοντιατρικά αρχεία 190.282 ενηλίκων ηλικίας 75 ετών και άνω. Για κάθε θέση δοντιού καταγράφηκε αν έλειπε, αν ήταν υγιές, αν είχε σφράγισμα ή αν παρουσίαζε τερηδόνα.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τόσο τα υγιή όσο και τα σφραγισμένα δόντια συνδέονταν σε παρόμοιο βαθμό με χαμηλότερο κίνδυνο θνησιμότητας. Αντίθετα, όσο αυξανόταν ο αριθμός των δοντιών που έλειπαν ή είχαν τερηδόνα, τόσο αυξανόταν και ο κίνδυνος θανάτου, επιβεβαιώνοντας ευρήματα προηγούμενων μελετών.
«Ο συνολικός αριθμός υγιών και σφραγισμένων δοντιών προέβλεπε τη θνησιμότητα από κάθε αιτία με μεγαλύτερη ακρίβεια σε σύγκριση είτε με τον αριθμό μόνο των υγιών δοντιών είτε με τον συνδυασμό υγιών, σφραγισμένων και τερηδονισμένων δοντιών», έγραψαν οι ερευνητές στη δημοσιευμένη εργασία τους.
Δόντια και χρόνια φλεγμονή
Η θνησιμότητα από κάθε αιτία αναφέρεται στην πιθανότητα ένα άτομο να πεθάνει νωρίτερα από το αναμενόμενο, ανεξάρτητα από την αιτία. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η στοματική υγεία συνδέεται στενά με τη συνολική υγεία του οργανισμού, κυρίως μέσω μηχανισμών όπως η χρόνια φλεγμονή.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα δόντια που λείπουν ή έχουν τερηδόνα μπορεί να προκαλούν χρόνιες φλεγμονώδεις διεργασίες, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάζουν και άλλα όργανα. Παράλληλα, η απώλεια δοντιών δυσκολεύει τη μάσηση και μπορεί να καταστήσει πιο δύσκολη τη διατήρηση μιας ισορροπημένης και θρεπτικής διατροφής.
Η μελέτη αναδεικνύει τη σημασία της φροντίδας της στοματικής υγείας. Η αποκατάσταση και η επιδιόρθωση των δοντιών δεν συμβάλλει μόνο στη διατήρηση της καλής λειτουργίας του στόματος, αλλά ενδέχεται να μειώνει και τον κίνδυνο πρόωρου θανάτου.
«Παρότι πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι ο αριθμός των δοντιών που δεν λείπουν αποτελεί σημαντικό προγνωστικό δείκτη της θνησιμότητας από κάθε αιτία, ελάχιστες έχουν εξετάσει την επίδραση της κλινικής κατάστασης κάθε μεμονωμένου δοντιού», ανέφερε η ερευνητική ομάδα.
Οι επιστήμονες σημειώνουν ότι τα ευρήματα μπορεί να επηρεάζονται και από παράγοντες που δεν καταγράφηκαν στη μελέτη. Για παράδειγμα, η περιορισμένη πρόσβαση σε οδοντιατρική φροντίδα μπορεί να αντανακλά χαμηλότερο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, το οποίο με τη σειρά του σχετίζεται με μικρότερο προσδόκιμο ζωής.
Στοματική ευθραυστότητα
Τα αποτελέσματα συνάδουν με άλλη πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Geriatrics & Gerontology από ερευνητές του Institute of Science Tokyo. Η έρευνα εξέτασε την έννοια της στοματικής ευθραυστότητας, η οποία περιλαμβάνει απώλεια δοντιών, δυσκολίες στη μάσηση και την κατάποση, ξηροστομία και προβλήματα στην ομιλία.
Τα άτομα που παρουσίαζαν 3 ή περισσότερα από αυτά τα συμπτώματα είχαν 1,23 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να χρειαστούν μακροχρόνια φροντίδα και 1,34 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να πεθάνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης, με βάση ανάλυση 11.080 ηλικιωμένων. Τα δεδομένα αυτά ενισχύουν την άποψη ότι η καλή στοματική υγεία συνδέεται με μεγαλύτερη διάρκεια και καλύτερη ποιότητα ζωής.
Σύμφωνα με τους ερευνητές του Πανεπιστημίου της Οσάκα, οι μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να εστιάσουν όχι μόνο στον αριθμό των δοντιών, αλλά και στην κατάστασή τους. Παραμένουν ακόμη πολλά ερωτήματα σχετικά με τους λόγους για τους οποίους οι ηλικιωμένοι με λιγότερα ή επιβαρυμένα δόντια εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου.
«Ο μηχανισμός που εξηγεί τη συσχέτιση μεταξύ του αριθμού των τερηδονισμένων και σφραγισμένων δοντιών και της θνησιμότητας από κάθε αιτία θα πρέπει να διερευνηθεί προσεκτικά σε καλά σχεδιασμένες μελέτες», κατέληξαν οι συγγραφείς.








