Το καλοκαίρι στην Ελλάδα συνδέεται παραδοσιακά με την έννοια του «καλού καιρού». Ωστόσο, οι πολύ υψηλές και παρατεταμένες θερμοκρασίες των τελευταίων ετών θέτουν εν αμφιβόλω αυτήν την κοινή πεποίθηση. Αυτό αποτυπώνεται στην έκθεση που εκπονήθηκε από το ελληνικό γραφείο της Greenpeace με τη στήριξη του European Climate Foundation, και βασίζεται σε έρευνα πεδίου που πραγματοποιήθηκε από το Ινστιτούτο Παθητικού Κτιρίου (ΕΙΠΑΚ).
Όπως αναφέρεται, το μεγαλύτερο μέρος του κτιριακού αποθέματος στη χώρα είναι παλιό, κατασκευασμένο πριν από τη θέσπιση σύγχρονων απαιτήσεων θερμικής προστασίας. Υπό τις σημερινές συνθήκες, η δυσκολία των νοικοκυριών στην Ελλάδα να αντιμετωπίσουν τις αυξημένες θερμοκρασίες εντός της κατοικίας τους, αναδεικνύεται σε ένα ολοένα πιο αισθητό κοινωνικό ζήτημα. Η έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες επηρεάζει την ποιότητα του ύπνου, την καθημερινότητά των ενοίκων, την εργασία και τη συγκέντρωση, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει τους κινδύνους για τη σωματική υγεία, ιδίως για ηλικιωμένους, παιδιά και άτομα με υποκείμενα νοσήματα, καθώς και την ψυχική υγεία.
Τα αποτελέσματα είναι σαφή:
- Στη μεγάλη πλειονότητα των κατοικιών, οι εσωτερικές θερμοκρασίες υπερβαίνουν για μεγάλο μέρος του καλοκαιριού το ανώτατο όριο θερμικής άνεσης των 25°C, με μέσες τιμές που συχνά κυμαίνονται μεταξύ 28 και 31°C και μέγιστες που φτάνουν ή ξεπερνούν τους 34-38°C.
- Οι αμόνωτες κατοικίες, οι εσωτερικές θερμοκρασίες παραμένουν πάνω από 28-30°C ακόμη και τη νύχτα.
- Ακόμη και σε κατοικίες με πολύ υψηλές θερμοκρασίες, η χρήση κλιματισμού περιορίζεται συχνά σε μία έως δύο ώρες ημερησίως, επειδή δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος.
- Πέρα από τη θερμοκρασία, ορισμένες κατοικίες εμφανίζουν υψηλές συγκεντρώσεις CO₂ (άνω των 1000 ppm), ενώ η σχετική υγρασία σε αρκετές περιπτώσεις υπερβαίνει τα επιθυμητά όρια, επιδεινώνοντας την αίσθηση δυσφορίας και δημιουργώντας πρόσθετους κινδύνους για την υγεία.
Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς της μελέτης, η ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο και κοινωνικά δίκαιο πλαίσιο πολιτικής είναι επιτακτική. Οι βασικές κατευθύνσεις είναι:
- Άμεση μείωση του ενεργειακού κόστους τους θερινούς μήνες, μέσω στοχευμένων μειώσεων στις ρυθμιζόμενες χρεώσεις, την ενίσχυση της πρόσβασης στην αυτοπαραγωγή και τις ενεργειακές κοινότητες, με προτεραιότητα στα ενεργειακά ευάλωτα νοικοκυριά.
- Θεσμική προστασία των νοικοκυριών από διακοπές ηλεκτροδότησης κατά τη διάρκεια καυσώνων, με απαγόρευση διακοπών τους κρίσιμους μήνες, την περίοδο Ιουλίου-Αυγούστου, την αυτόματη ενεργοποίηση μέτρων σε περιόδους ακραίων θερμοκρασιών και την επανεξέταση των υφιστάμενων ορίων κατανάλωσης για τις διαφορετικές κατηγορίες ευάλωτων πελατών ηλεκτρικής ενέργειας.
- Αναμόρφωση του κανονιστικού πλαισίου (ΚΕΝΑΚ) ώστε να ενσωματώνει τη διάσταση της θερινής υπερθέρμανσης, μέσω επικαιροποίησης των κλιματικών ζωνών και αυστηρότερων απαιτήσεων για το κέλυφος των κτιρίων.
- Αυστηρή προτεραιότητα στις ριζικές ανακαινίσεις, με έμφαση στο κέλυφος, σε επίπεδο κτιρίου και όχι μεμονωμένων διαμερισμάτων και στρατηγική εφαρμογή των διαβατηρίων ανακαίνισης.
- Στοχευμένη προτεραιοποίηση των κτιρίων με τις χειρότερες επιδόσεις, με ενσωμάτωση της υπερθέρμανσης ως βασικού κριτηρίου αξιολόγησης και εστίαση σε περιοχές με υψηλή θερμική επιβάρυνση.
- Ενίσχυση της πρόσβασης των ευάλωτων ομάδων σε προγράμματα ανακαίνισης, μέσω πλήρους κάλυψης κόστους, άρσης εμποδίων για ενοικιαστές/στριες και ανάπτυξης των αναγκαίων μηχανισμών υποστήριξης καθ’ όλη τη διάρκεια των διαδικασιών ανακαίνισης.
- Ανάληψη πιο ενεργού ρόλου από το Δημόσιο, όχι μόνο ως χρηματοδότη αλλά και ως στρατηγικού συντονιστή της αγοράς ανακαινίσεων, με στόχο τη διασφάλιση ποιότητας, ισότιμης πρόσβασης και κινητοποίησης ιδιωτικών κεφαλαίων.
- Ενίσχυση των μηχανισμών παρακολούθησης και αξιολόγησης, με έμφαση όχι μόνο στην κατανάλωση ενέργειας αλλά συνολικά στις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης και στην οικονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών, με απόλυτη διαφάνεια στη χρήση των δεδομένων.








