Μπορεί η μεγάλη κατανάλωση πιπεριών τσίλι να επηρεάσει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου; Οι επιστήμονες εξετάζουν αυτό το ερώτημα εδώ και χρόνια, χωρίς να έχουν καταλήξει σε σαφή απάντηση. Οι πιπεριές τσίλι περιέχουν ουσίες που, σε εργαστηριακά πειράματα, έχουν παρουσιάσει αντιφλεγμονώδη, ακόμη και αντικαρκινική δράση. Ωστόσο, ορισμένες μελέτες σε ανθρώπους έχουν συνδέσει την πολύ υψηλή κατανάλωσή τους με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης συγκεκριμένων καρκίνων του πεπτικού συστήματος.
Μια μεγάλη ανασκόπηση που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Nutrition εξέτασε τα διαθέσιμα στοιχεία και διαπίστωσε ότι όσοι κατανάλωναν τις μεγαλύτερες ποσότητες πιπεριών τσίλι είχαν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν ορισμένους καρκίνους του πεπτικού συστήματος, ιδιαίτερα καρκίνο του οισοφάγου. Οι ερευνητές τόνισαν, πάντως, ότι τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν πως οι πιπεριές τσίλι προκαλούν καρκίνο και ότι απαιτούνται πιο αυστηρά σχεδιασμένες μελέτες.
Τι γνωρίζουμε για τις πιπεριές τσίλι και τον κίνδυνο καρκίνου
Στους καρκίνους του πεπτικού συστήματος περιλαμβάνονται ο καρκίνος του οισοφάγου, του στομάχου, του παχέος εντέρου και του ορθού. Κάθε χρόνο καταγράφονται εκατομμύρια νέες διαγνώσεις αυτών των μορφών καρκίνου σε όλο τον κόσμο, ενώ συγκαταλέγονται στις κυριότερες αιτίες θανάτου από καρκίνο. Επειδή συχνά εντοπίζονται όταν βρίσκονται ήδη σε προχωρημένο στάδιο, οι επιστήμονες συνεχίζουν να αναζητούν διατροφικούς παράγοντες και συνήθειες του τρόπου ζωής που ενδέχεται να επηρεάζουν τον κίνδυνο εμφάνισής τους.
Δισεκατομμύρια άνθρωποι καταναλώνουν καθημερινά πιπεριές τσίλι, οι οποίες αποτελούν βασικό συστατικό στις κουζίνες της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και πολλών ακόμη περιοχών του κόσμου. Η χαρακτηριστική καυτερή γεύση τους οφείλεται στην καψαϊκίνη, μια φυσική ουσία που ενεργοποιεί τους νευρικούς υποδοχείς οι οποίοι αντιλαμβάνονται τη θερμότητα και τον πόνο.
Η καψαϊκίνη έχει συγκεντρώσει έντονο επιστημονικό ενδιαφέρον. Εργαστηριακές μελέτες έχουν δείξει ότι μπορεί να περιορίζει τη φλεγμονή, να επηρεάζει τον μεταβολισμό και, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, ακόμη και να καταστρέφει ορισμένα καρκινικά κύτταρα. Άλλα πειράματα, όμως, έχουν διαπιστώσει ότι σε διαφορετικές συνθήκες μπορεί να ευνοεί την ανάπτυξη όγκων ή να προκαλεί ερεθισμό των ιστών. Λόγω αυτών των αντικρουόμενων ευρημάτων, παραμένει δύσκολο να προσδιοριστεί με σαφήνεια η συνολική επίδρασή της στον κίνδυνο καρκίνου.
Τι έδειξε η ανάλυση
Για να διερευνήσουν καλύτερα αυτή τη σχέση, οι ερευνητές συνδύασαν στοιχεία από 14 μελέτες παρατήρησης, στις οποίες συμμετείχαν περισσότεροι από 11.000 άνθρωποι. Από αυτούς, περισσότεροι από 5.000 είχαν διαγνωστεί με καρκίνο του πεπτικού συστήματος.
Σε σύγκριση με όσους κατανάλωναν τις μικρότερες ποσότητες πιπεριών τσίλι, εκείνοι που κατανάλωναν τις μεγαλύτερες ποσότητες είχαν περίπου 64% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν καρκίνο του πεπτικού συστήματος.
Η ισχυρότερη συσχέτιση καταγράφηκε στον καρκίνο του οισοφάγου. Όσοι ανήκαν στην ομάδα με τη μεγαλύτερη κατανάλωση είχαν σχεδόν τριπλάσιες πιθανότητες να εμφανίσουν τη συγκεκριμένη μορφή καρκίνου σε σχέση με εκείνους που κατανάλωναν τις μικρότερες ποσότητες.
Για τις υπόλοιπες μορφές καρκίνου του πεπτικού συστήματος, τα αποτελέσματα ήταν λιγότερο σαφή. Οι ερευνητές δεν διαπίστωσαν στατιστικά σημαντική αύξηση του κινδύνου καρκίνου του στομάχου, του παχέος εντέρου ή του ορθού. Στην περίπτωση του καρκίνου του στομάχου παρατηρήθηκε τάση αυξημένου κινδύνου. Συγκεκριμένα, ο κίνδυνος ήταν περίπου 77% υψηλότερος μεταξύ όσων κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες πιπεριών τσίλι, αλλά η διαφορά δεν ήταν στατιστικά σημαντική.
Με βάση τα ευρήματά τους, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα στοιχεία «υποδηλώνουν πως η πιπεριά τσίλι αποτελεί παράγοντα κινδύνου για ορισμένους καρκίνους του πεπτικού συστήματος, όπως ο καρκίνος του οισοφάγου».
Γιατί διαφέρουν τα αποτελέσματα από περιοχή σε περιοχή
Τα ευρήματα διέφεραν επίσης ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή.
Οι μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στην Ασία, την Αφρική και τη Βόρεια Αμερική διαπίστωσαν γενικά υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου μεταξύ όσων κατανάλωναν τις μεγαλύτερες ποσότητες πιπεριών τσίλι. Αντίθετα, οι μελέτες από την Ευρώπη και τη Νότια Αμερική είτε δεν διαπίστωσαν αύξηση του κινδύνου είτε κατέγραψαν χαμηλότερο κίνδυνο.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτές οι διαφορές μπορεί να οφείλονται σε διάφορους παράγοντες. Η μέση κατανάλωση πιπεριών τσίλι διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα, ενώ τα αποτελέσματα μπορεί επίσης να επηρεάζονται από τον τρόπο μαγειρέματος, την ποικιλία της πιπεριάς, τα γονίδια, το κάπνισμα, την κατανάλωση αλκοόλ και τις υπόλοιπες διατροφικές συνήθειες. Όπως επισήμαναν οι ερευνητές, «η γεωγραφική περιοχή επηρεάζει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνων του πεπτικού συστήματος». Επομένως, οι διαφορές μεταξύ των περιοχών θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη διατύπωση διατροφικών συστάσεων.
Γιατί μπορεί να είναι πιο ευάλωτος ο οισοφάγος
Οι επιστήμονες έχουν προτείνει διάφορες εξηγήσεις για το γεγονός ότι ο οισοφάγος φαίνεται να επηρεάζεται περισσότερο από άλλα σημεία του πεπτικού συστήματος.
Η καψαϊκίνη ενεργοποιεί τους υποδοχείς TRPV1, προκαλώντας τη χαρακτηριστική αίσθηση καψίματος που συνοδεύει την κατανάλωση πικάντικων τροφίμων. Ορισμένοι ερευνητές εκτιμούν ότι η επανειλημμένη έκθεση σε εξαιρετικά πικάντικες τροφές μπορεί να προκαλεί χρόνιο ερεθισμό του εσωτερικού τοιχώματος του οισοφάγου σε άτομα με αυξημένη ευαισθησία. Ρόλο μπορεί επίσης να παίζουν οι διαφορές στην ταχύτητα με την οποία αποκαθίστανται και αντικαθίστανται τα κύτταρα στα διάφορα σημεία του πεπτικού συστήματος, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν οι ιστοί με την πάροδο του χρόνου. Εντούτοις, αυτές οι ερμηνείες παραμένουν υποθέσεις και δεν έχουν αποδειχθεί.
Παρότι τα ευρήματα μπορεί να προκαλούν ανησυχία, χρειάζεται προσοχή στην ερμηνεία τους.
Όλες οι μελέτες που συμπεριλήφθηκαν στην ανασκόπηση ήταν μελέτες παρατήρησης. Αυτό σημαίνει ότι οι ερευνητές μπορούσαν να εντοπίσουν συσχετίσεις, αλλά όχι να αποδείξουν ότι οι ίδιες οι πιπεριές τσίλι ευθύνονται για τον αυξημένο κίνδυνο καρκίνου. Ενδέχεται να συμβάλλουν και άλλοι παράγοντες, όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, οι λοιμώξεις ή το συνολικό διατροφικό πρότυπο.








