Ο έγκαιρος εντοπισμός ενδείξεων άνοιας, πριν εμφανιστούν τα βασικά συμπτώματα, δίνει περισσότερο χρόνο για να μελετηθεί η εξέλιξη της πάθησης και να οργανωθεί η κατάλληλη υποστήριξη για όσους επηρεάζονται. Προηγούμενες μελέτες έχουν εξετάσει, για παράδειγμα, κατά πόσο οι οφθαλμολογικές εξετάσεις και οι εξετάσεις αίματος θα μπορούσαν να βοηθήσουν σε αυτό. Τώρα, νέα έρευνα δείχνει ότι η επιδείνωση της ποιότητας της φωνής μπορεί επιπλέον να αποτελεί ένδειξη αυξημένου κινδύνου εμφάνισης άνοιας τα επόμενα χρόνια.
Το εύρημα προέρχεται από ερευνητική ομάδα του Drexel University College of Medicine στις ΗΠΑ, η οποία δημοσίευσε τα αποτελέσματά της στο Journal of Voice.
Σε συνολικά 833.417 συμμετέχοντες ηλικίας 50 ετών και άνω, οι ερευνητές εξέτασαν τη σχέση ανάμεσα στη διάγνωση διαταραχής της φωνής, απώλειας ακοής ή και των δύο και στην πιθανότητα εμφάνισης γνωστικής διαταραχής ή άνοιας, συμπεριλαμβανομένης της νόσου Αλτσχάιμερ, από ένα έτος μετά την αξιολόγηση της φωνής και της ακοής και έπειτα.
«Διαπιστώσαμε ότι η ισχυρότερη σχέση με την άνοια παρατηρήθηκε στους ασθενείς που είχαν τόσο διαταραχή της φωνής όσο και απώλεια ακοής», εξήγησε ο Robert Sataloff, καθηγητής και πρόεδρος του Drexel University College of Medicine.
«Το σημαντικό είναι ότι διαπιστώσαμε επίσης πως όσοι είχαν διαταραχή της φωνής χωρίς απώλεια ακοής διέτρεχαν μεγαλύτερο κίνδυνο σε σχέση με τους ασθενείς που είχαν μόνο απώλεια ακοής».
Τα αποτελέσματα χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία, καθώς έγιναν αρκετές διαφορετικές συγκρίσεις. Όμως, η συνολική εικόνα δείχνει ότι οι διαταραχές της φωνής, όπως αλλαγές στο ύψος, την ένταση ή την καθαρότητά της, ενδέχεται να συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης αργότερα στη ζωή.
Οι συμμετέχοντες που είχαν διαταραχή της φωνής χωρίς απώλεια ακοής είχαν 58% μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν αργότερα γνωστικά προβλήματα ή άνοια. Σε όσους είχαν τόσο διαταραχή της φωνής όσο και απώλεια ακοής, η πιθανότητα ήταν αυξημένη κατά 104%.
Ωστόσο, τα ποσοστά αυτά προέκυψαν από συγκρίσεις με διαφορετικές αντιστοιχισμένες ομάδες ελέγχου χωρίς προβλήματα φωνής ή ακοής και όχι με την ίδια ομάδα ελέγχου.
Όταν οι ερευνητές εξέτασαν συνολικά όλους τους συμμετέχοντες με διαταραχή της φωνής, είτε είχαν απώλεια ακοής είτε όχι, ο αυξημένος κίνδυνος ήταν 29%. Για όσους είχαν μόνο απώλεια ακοής, ήταν 27%.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Το να έχετε πρόβλημα με την ποιότητα της φωνής σας δεν σημαίνει ότι θα εμφανίσετε αναπόφευκτα αργότερα προβλήματα στην υγεία του εγκεφάλου ούτε ότι οι διαταραχές της φωνής προκαλούν άμεσα γνωστική έκπτωση, άνοια ή νόσο Αλτσχάιμερ. Η μελέτη δεν εξέτασε ξεχωριστά αυτές τις τρεις εκβάσεις.
Παρόλα αυτά, τα ευρήματα δείχνουν ότι οι αλλαγές στη φωνή θα μπορούσαν να αποτελούν ακόμη ένα προειδοποιητικό σημάδι που αξίζει να διερευνηθεί. Η σχέση ανάμεσα στην απώλεια ακοής και στον κίνδυνο άνοιας είναι ήδη καλά τεκμηριωμένη και η συγκεκριμένη μελέτη δείχνει ότι τα προβλήματα στην ποιότητα της φωνής ενδέχεται να αποτελούν έναν παρόμοιο δείκτη.
«Για πολλούς από αυτούς τους ασθενείς μπορεί να είναι χρήσιμο να απευθυνθούν σε έναν ωτορινολαρυγγολόγο, ο οποίος μπορεί να οργανώσει μια αξιολόγηση των γνωστικών λειτουργιών και να τους βοηθήσει να διαμορφώσουν το κατάλληλο πλάνο φροντίδας», ανέφερε ο Sataloff.
Οι ερευνητές έχουν ορισμένες πιθανές εξηγήσεις για αυτή τη σχέση. Τα προβλήματα στη φωνή μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα να μιλάτε λιγότερο, περιορίζοντας έτσι και τα ερεθίσματα που δέχεται ο εγκέφαλος.
Παράλληλα, οι δυσκολίες στην ομιλία, όπως και η απώλεια ακοής, μπορεί να περιορίζουν τις κοινωνικές επαφές, ενώ η κοινωνική δραστηριότητα έχει συσχετιστεί με χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας.
«Εάν έχετε μια διαταραχή που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ακούγεται η φωνή σας ή εάν πονάτε όταν προσπαθείτε να μιλήσετε ή να τραγουδήσετε, είναι φυσικό να συμμετέχετε λιγότερο συχνά σε κοινωνικές ή άλλες δραστηριότητες που βοηθούν στη διατήρηση της υγείας του εγκεφάλου», τόνισε ο Sataloff.
Η ερευνητική ομάδα επισημαίνει ότι για τις διαταραχές της φωνής υπάρχουν συχνά διαθέσιμες θεραπείες και τρόποι αντιμετώπισης και ότι η αντιμετώπισή τους μπορεί ενδεχομένως να ωφελήσει και την υγεία του εγκεφάλου, παρότι οι μηχανισμοί που συνδέουν τα δύο δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως.
Σε επόμενες μελέτες, οι ερευνητές θα μπορούσαν να εξετάσουν ξεχωριστά τους διαφορετικούς τύπους διαταραχών της φωνής και να διερευνήσουν εάν η θεραπεία τους επηρεάζει με την πάροδο του χρόνου τον κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης ή άνοιας.
«Μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να διερευνήσουν εάν συγκεκριμένες αιτίες διαταραχών της φωνής συνδέονται με διαφορετικό κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης», έγραψαν οι ερευνητές στη δημοσιευμένη εργασία τους.








