Τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης Β12 συνδέονται με τις καρδιαγγειακές παθήσεις, ωστόσο η λήψη συμπληρωμάτων δεν φαίνεται να προλαμβάνει σταθερά τα σοβαρά καρδιαγγειακά επεισόδια, σύμφωνα με πρόσφατη ανασκόπηση που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nutrition Journal. Τα ισχυρότερα στοιχεία για πιθανό όφελος αφορούν τον συνδυασμό βιταμινών του συμπλέγματος Β για την πρόληψη του εγκεφαλικού επεισοδίου, ιδιαίτερα σε πληθυσμούς όπου τα τρόφιμα δεν εμπλουτίζονται υποχρεωτικά με φυλλικό οξύ.
Για την ανασκόπηση, οι ερευνητές εξέτασαν εργαστηριακές μελέτες, μεγάλες πληθυσμιακές μελέτες και κλινικές δοκιμές, με στόχο να αξιολογήσουν τον ρόλο της βιταμίνης Β12 στην υγεία της καρδιάς και των αγγείων, καθώς και το κατά πόσο τα συμπληρώματά της μπορούν να προστατεύσουν από τις καρδιαγγειακές παθήσεις.
Τι πρέπει να γνωρίζετε για τη βιταμίνη Β12
Η βιταμίνη Β12 υπάρχει φυσικά μόνο σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης, όπως το κρέας, τα ψάρια, τα αυγά και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Η απορρόφησή της από τον οργανισμό γίνεται σε διάφορα στάδια.
Αρχικά, τα οξέα του στομάχου και τα πεπτικά ένζυμα απελευθερώνουν τη βιταμίνη από τις τροφές. Στη συνέχεια, μια πρωτεΐνη που ονομάζεται ενδογενής παράγοντας (IF) συνδέεται με τη Β12 και τη μεταφέρει στο τελευταίο τμήμα του λεπτού εντέρου, τον ειλεό, όπου απορροφάται. Στο αίμα, μόνο περίπου το 20% έως 25% της βιταμίνης βρίσκεται σε μορφή που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο οργανισμός. Πρόκειται για τη λεγόμενη ενεργή Β12, γνωστή ως ολοτρανσκοβαλαμίνη.
Η βιταμίνη Β12 είναι απαραίτητη για τη λειτουργία δύο σημαντικών ενζύμων. Το πρώτο μετατρέπει την ομοκυστεΐνη, ένα αμινοξύ, σε ένα άλλο αμινοξύ που ονομάζεται μεθειονίνη. Η μεθειονίνη συμβάλλει στη μεθυλίωση του DNA, μια διαδικασία που παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της λειτουργίας των γονιδίων. Το δεύτερο ένζυμο βοηθά στη διάσπαση ορισμένων λιπαρών ουσιών και αμινοξέων.
Όταν ο οργανισμός δεν διαθέτει αρκετή βιταμίνη Β12, συσσωρεύονται δύο ουσίες, η ομοκυστεΐνη και το μεθυλμαλονικό οξύ.
Πώς μπορεί να επηρεάσει την καρδιά η έλλειψη βιταμίνης Β12
Οι συγγραφείς της ανασκόπησης περιέγραψαν διάφορους τρόπους με τους οποίους η έλλειψη βιταμίνης Β12 μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία. Μεταξύ αυτών είναι το οξειδωτικό στρες, η δυσλειτουργία του ενδοθηλίου, δηλαδή του εσωτερικού τοιχώματος των αγγείων, τα αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης και οι διαταραχές στη μεθυλίωση. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνδέονται με την αθηροσκλήρωση και τις βλάβες στα αγγεία.
Τα υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης, μια κατάσταση που ονομάζεται υπερομοκυστεϊναιμία, συνδέονται με τη δυσλειτουργία του ενδοθηλίου και ενδέχεται να συμβάλλουν στην πρόκληση βλαβών στα αγγεία και στον σχηματισμό αθηρωματικών πλακών. Στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, τα αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης έχουν συνδεθεί με μειωμένη λειτουργία του ενδοθηλίου. Αυτό διαπιστώθηκε μέσω της μειωμένης διαστολής των αγγείων κατά την αύξηση της ροής του αίματος, μιας εξέτασης που δείχνει πόσο καλά μπορεί να διασταλεί μια αρτηρία όταν αυξάνεται η ροή του αίματος.
Ένας ακόμη μηχανισμός σχετίζεται με τη λεγόμενη «παγίδευση του μεθυλοφυλλικού οξέος». Όταν δεν υπάρχει αρκετή Β12, ένα ένζυμο που ονομάζεται συνθάση της μεθειονίνης δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το 5-μεθυλοφυλλικό οξύ. Έτσι, το φυλλικό οξύ παραμένει δεσμευμένο σε μια μορφή που δεν μπορεί να αξιοποιηθεί εύκολα σε άλλες απαραίτητες λειτουργίες του οργανισμού. Αυτό επηρεάζει τη σύνθεση του DNA και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων. Παράλληλα, μειώνεται η διαθεσιμότητα της S-αδενοσυλομεθειονίνης, μιας ουσίας που είναι απαραίτητη για τη μεθυλίωση, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία των γονιδίων στα αιμοφόρα αγγεία.
Όμως, δεν είναι ακόμη σαφές πόσο σημαντικές είναι αυτές οι πιθανές επιδράσεις στην πράξη. Ένας άλλος πιθανός μηχανισμός αφορά τη μειωμένη ευαισθησία των αγγείων στο μονοξείδιο του αζώτου, μια ουσία που βοηθά στη σωστή λειτουργία τους.
Επιπλέον, τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης Β12 έχουν συνδεθεί με ενδείξεις διαταραχής της ηλεκτρικής δραστηριότητας της καρδιάς, όπως ορισμένα ευρήματα στο ηλεκτροκαρδιογράφημα που υποδηλώνουν μεγαλύτερη προδιάθεση για αρρυθμίες.
Τι έχουν δείξει μέχρι σήμερα οι έρευνες
Προηγούμενες μελέτες παρατήρησης έχουν συνδέσει τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης Β12 με το εγκεφαλικό επεισόδιο, την καρδιακή ανεπάρκεια, την αθηροσκλήρωση, ορισμένους δείκτες αυξημένης προδιάθεσης για αρρυθμίες και τον κίνδυνο θανάτου. Σε μια ανάλυση ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια, τα υψηλά επίπεδα μεθυλμαλονικού οξέος συνδέθηκαν με μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία.
Εντούτοις, τα αποτελέσματα των τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών ήταν λιγότερο ενθαρρυντικά. Για παράδειγμα, δύο μελέτες εξέτασαν τη χορήγηση φυλλικού οξέος και βιταμίνης Β12, σε ορισμένες περιπτώσεις σε συνδυασμό και με βιταμίνη Β6. Στην πρώτη μελέτη, τα επίπεδα ομοκυστεΐνης μειώθηκαν σημαντικά, κατά περίπου 27%. Παρ' όλα αυτά, οι θεραπείες αυτές δεν οδήγησαν σε σταθερή μείωση των εμφραγμάτων, των θανάτων από καρδιαγγειακά αίτια ή των αγγειακών επεισοδίων συνολικά. Στη δεύτερη μελέτη καταγράφηκαν λιγότερα εγκεφαλικά επεισόδια μεταξύ των συμμετεχόντων που έλαβαν συνδυασμό βιταμινών Β. Η έρευνα έδωσε επίσης ορισμένες ενδείξεις ότι ο συνδυασμός και των 3 βιταμινών θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι επιβλαβής.
Μια ανασκόπηση, στην οποία συμμετείχαν συνολικά περισσότεροι από 71.000 άνθρωποι, δεν διαπίστωσε ουσιαστικό όφελος όσον αφορά την πρόληψη των στεφανιαίων επεισοδίων.
Από τη συνδυαστική ανάλυση των κλινικών δοκιμών προέκυψε ότι η χορήγηση βιταμινών Β με στόχο τη μείωση της ομοκυστεΐνης συνδέθηκε με περίπου 10% χαμηλότερο σχετικό κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου. Ωστόσο, επειδή οι περισσότερες μελέτες εξέτασαν συνδυασμούς βιταμινών, δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί το όφελος αποκλειστικά στη Β12. Το μεγαλύτερο όφελος παρατηρήθηκε σε περιοχές όπου τα τρόφιμα δεν εμπλουτίζονται με φυλλικό οξύ. Σε μια ανάλυση υποομάδας, η σχετική μείωση των εγκεφαλικών επεισοδίων έφτασε το 30% έως 35%. Μεγαλύτερο όφελος διαπιστώθηκε επίσης στα άτομα που είχαν χαμηλά επίπεδα φυλλικού οξέος πριν από την έναρξη της θεραπείας.
Σύμφωνα με τους συγγραφείς, ένας πιθανός λόγος που η μείωση της ομοκυστεΐνης φαίνεται να έχει μεγαλύτερη επίδραση στην πρόληψη των εγκεφαλικών επεισοδίων είναι ότι τα μικρά αγγεία του εγκεφάλου εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την καλή λειτουργία του ενδοθηλίου και την ισορροπία του μονοξειδίου του αζώτου. Αντίθετα, τα εμφράγματα προκαλούνται συχνά όταν μια αθηρωματική πλάκα στις στεφανιαίες αρτηρίες σπάσει και προκαλέσει τον σχηματισμό θρόμβου. Μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχθεί ότι η μείωση της ομοκυστεΐνης μπορεί να αποτρέψει αυτές τις διαδικασίες.
Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο από έλλειψη Β12
Οι ηλικιωμένοι έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν ανεπάρκεια βιταμίνης Β12, επειδή με την ηλικία μειώνεται η παραγωγή γαστρικού οξέος και η απορρόφηση της βιταμίνης γίνεται δυσκολότερη. Από την άλλη, οι κλινικές δοκιμές με συμπληρώματα Β12 δεν έδειξαν σαφές όφελος για την καρδιαγγειακή υγεία.
Από την άλλη πλευρά, τα πολύ υψηλά επίπεδα Β12 έχουν επίσης συνδεθεί με αυξημένη θνησιμότητα. Αυτό πιθανότατα συμβαίνει επειδή μπορεί να αποτελούν ένδειξη κάποιας υποκείμενης πάθησης, όπως προβλήματα στο συκώτι ή διαταραχές του αίματος, και όχι επειδή η ίδια η βιταμίνη είναι επιβλαβής.
Τα άτομα που ακολουθούν χορτοφαγική ή αυστηρά χορτοφαγική διατροφή (vegan) έχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν έλλειψη Β12 και υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης. Και τα δύο προβλήματα μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη λήψη συμπληρωμάτων.
Μετά από βαριατρική επέμβαση, η απορρόφηση της Β12 μπορεί να μειωθεί σημαντικά. Επειδή το συκώτι αποθηκεύει ποσότητες της βιταμίνης, η έλλειψη μπορεί να μην γίνει αντιληπτή για αρκετά χρόνια. Για τον λόγο αυτό απαιτείται μακροχρόνια παρακολούθηση. Σύμφωνα με τις οδηγίες του βρετανικού NICE, σε ορισμένες περιπτώσεις δυσαπορρόφησης μετά από χειρουργική επέμβαση πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση Β12 με ενέσεις. Εάν επιλεγεί η λήψη από το στόμα, συνιστάται δόση τουλάχιστον 1 mg ημερησίως.
Οι ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση έχουν συχνά αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης. Ο συνδυασμός Β12 και φυλλικού οξέος μπορεί να τα μειώσει, αλλά οι κλινικές δοκιμές δεν έχουν δείξει ότι μειώνεται και ο κίνδυνος καρδιαγγειακών επεισοδίων. Παρ' όλα αυτά, είναι σημαντικό να παρακολουθούνται τα επίπεδα Β12 και να αντιμετωπίζεται η επιβεβαιωμένη ανεπάρκεια, ιδιαίτερα όταν αυτή προκαλεί αναιμία.
Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, τα χαμηλά επίπεδα Β12 έχουν συνδεθεί με την προεκλαμψία, τον διαβήτη κύησης, το χαμηλότερο βάρος γέννησης και πιθανά μεταβολικά προβλήματα στα παιδιά αργότερα στη ζωή τους. Για τον λόγο αυτό συνιστάται επαρκής πρόσληψη της βιταμίνης. Τα συμπληρώματα μπορούν να βελτιώσουν τα επίπεδα Β12 στη μητέρα, αλλά τα επιστημονικά στοιχεία σχετικά με το αν βελτιώνουν και τη νευρολογική ανάπτυξη των βρεφών παραμένουν περιορισμένα και δεν συμφωνούν μεταξύ τους.
Πώς διαπιστώνεται και αντιμετωπίζεται η έλλειψη Β12
Προς το παρόν, δεν συνιστάται ο τακτικός έλεγχος της βιταμίνης Β12 σε ολόκληρο τον πληθυσμό με σκοπό την πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων. Οι εξετάσεις προτείνονται κυρίως σε άτομα που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου ή παρουσιάζουν συμπτώματα ανεπάρκειας.
Οι φυσιολογικές τιμές Β12 στο αίμα δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι ο οργανισμός διαθέτει επαρκή ποσότητα της βιταμίνης. Αυτό συμβαίνει επειδή η εξέταση της ολικής Β12 μετρά και μορφές της βιταμίνης που τα κύτταρα δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν εύκολα. Όταν οι τιμές είναι χαμηλές ή οριακές, περίπου 150 έως 300 pg/mL, συχνά χρειάζονται πρόσθετες εξετάσεις, όπως η μέτρηση του μεθυλμαλονικού οξέος ή της ολοτρανσκοβαλαμίνης, για να διαπιστωθεί αν υπάρχει πραγματική έλλειψη σε κυτταρικό επίπεδο. Επειδή η ομοκυστεΐνη μπορεί να αυξηθεί και λόγω έλλειψης φυλλικού οξέος ή βιταμίνης Β6, το αυξημένο μεθυλμαλονικό οξύ θεωρείται πιο ειδικός δείκτης ανεπάρκειας Β12. Ωστόσο, μπορεί να αυξηθεί και όταν τα νεφρά δεν λειτουργούν σωστά. Επομένως, τα αποτελέσματα πρέπει να αξιολογούνται μαζί με την κλινική εικόνα και τη λειτουργία των νεφρών.
Όσον αφορά τη θεραπεία, μια μετα-ανάλυση δικτύου έδειξε ότι η Β12 αυξάνει αποτελεσματικά τα επίπεδα της βιταμίνης στο αίμα είτε λαμβάνεται από το στόμα είτε χορηγείται με ενδομυϊκή ένεση είτε υπογλώσσια. Δεν διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των 3 τρόπων χορήγησης, ούτε ως προς την επίδρασή τους στα επίπεδα ομοκυστεΐνης. Για την ανεπάρκεια που σχετίζεται με τη διατροφή ή την ηλικία, η λήψη 1.000 έως 2.000 μg Β12 ημερησίως από το στόμα θεωρείται μια κατάλληλη πρώτη επιλογή. Οι ενδομυϊκές ενέσεις συνιστώνται σε περιπτώσεις κακοήθους αναιμίας και ορισμένων μορφών μη αναστρέψιμης δυσαπορρόφησης. Σε άλλους ασθενείς μπορεί να είναι κατάλληλη η λήψη υψηλών δόσεων από το στόμα, ανάλογα με την αιτία της ανεπάρκειας και την ανταπόκριση στη θεραπεία.
Τα συμπληρώματα Β12 είναι γενικά ασφαλή. Όμως, χρειάζονται περισσότερα και ισχυρότερα επιστημονικά στοιχεία προτού η λήψη υψηλών δόσεων μπορεί να συστηθεί ως μέσο προστασίας της καρδιάς.
Πώς επηρεάζει ο τρόπος ζωής τα επίπεδα Β12
Ορισμένες συνήθειες και καταστάσεις μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα βιταμίνης Β12 στον οργανισμό. Σε αυτές περιλαμβάνονται η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, το κάπνισμα, η λοίμωξη από το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, καθώς και η μακροχρόνια χρήση ορισμένων φαρμάκων, όπως οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων που μειώνουν τα οξέα του στομάχου και η μετφορμίνη.
Για να διατηρήσετε επαρκή επίπεδα Β12, είναι σημαντικό να περιορίζετε τους παράγοντες κινδύνου που μπορείτε να ελέγξετε και να παρακολουθείτε τα επίπεδα της βιταμίνης εφόσον λαμβάνετε φάρμακα που συνδέονται με την έλλειψή της. Παράλληλα, μια ισορροπημένη διατροφή με επαρκή ποσότητα βιταμίνης Β6 και φυλλικού οξέος, η τακτική σωματική άσκηση και ο έλεγχος του σωματικού βάρους συμβάλλουν στη διατήρηση της καρδιαγγειακής υγείας.
Το κατά πόσο θα ήταν ωφέλιμο να εμπλουτίζονται τα τρόφιμα με βιταμίνη Β12 εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης. Μέχρι σήμερα, η πρακτική αυτή εφαρμόζεται σε περιορισμένη κλίμακα και κυρίως σε εθελοντική βάση.
Τι ρόλο παίζουν τα γονίδια
Τα άτομα που έχουν μια συγκεκριμένη παραλλαγή του γονιδίου MTHFR, γνωστή ως C677T, ενδέχεται να παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα ομοκυστεΐνης, ιδιαίτερα όταν έχουν χαμηλό φυλλικό οξύ. Ένα άλλο γονίδιο, το TCN2, επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρεται η βιταμίνη Β12 στον οργανισμό.
Ωστόσο, οι σημερινές κατευθυντήριες οδηγίες δεν συνιστούν γενετικές εξετάσεις ρουτίνας για την πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων, καθώς δεν έχει αποδειχθεί ότι η επιλογή θεραπείας με βάση τα γονίδια βελτιώνει την υγεία των ασθενών. Οι συγγραφείς τόνισαν ότι χρειάζονται περισσότερες μελέτες για να καθοριστεί ποια είναι τα ιδανικά επίπεδα Β12, δεδομένου ότι τόσο οι πολύ χαμηλές όσο και οι πολύ υψηλές τιμές έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο θανάτου.
Τι σημαίνουν όλα τα παραπάνω
Τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης Β12 συνδέονται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, αλλά οι κλινικές δοκιμές δεν έχουν δείξει με συνέπεια ότι τα συμπληρώματά της προλαμβάνουν τις καρδιακές παθήσεις. Η αντιμετώπιση της έλλειψης Β12 έχει αποδεδειγμένα οφέλη για το αίμα και το νευρικό σύστημα. Όσον αφορά την πρόληψη του εγκεφαλικού επεισοδίου, τα πιο ενθαρρυντικά στοιχεία προέρχονται από τη συνδυαστική χορήγηση βιταμινών του συμπλέγματος Β σε συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού. Εντούτοις, οι μελέτες αυτές δεν αποδεικνύουν ότι η Β12 από μόνη της προστατεύει την καρδιά και τα αγγεία.
Η μέτρηση της ολοτρανσκοβαλαμίνης και του μεθυλμαλονικού οξέος μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό της πραγματικής έλλειψης Β12, ιδιαίτερα όταν οι συνήθεις εξετάσεις αίματος δεν δίνουν σαφή εικόνα. Δεν είναι όμως ακόμη γνωστό πόσο αξιόπιστα μπορούν αυτοί οι δείκτες να προβλέψουν τον κίνδυνο καρδιακών επεισοδίων. Οι μελλοντικές έρευνες θα πρέπει να επικεντρωθούν σε πιο εξελιγμένους βιοδείκτες και σε εξατομικευμένες προσεγγίσεις που θα συνδυάζουν εξετάσεις αίματος, τη διατροφική κατάσταση και ενδεχομένως πληροφορίες από τα γονίδια.
Αναφερόμενοι στη συνδυαστική χορήγηση βιταμινών του συμπλέγματος Β, οι συγγραφείς έγραψαν:
«Η μεγαλύτερη χρησιμότητά της είναι στην αντιμετώπιση της έλλειψης βιταμινών και στη μείωση του κινδύνου εγκεφαλικού επεισοδίου σε πληθυσμούς που κινδυνεύουν από διατροφικές ελλείψεις ή σε άτομα που έχουν ήδη κάποια αγγειακή πάθηση του εγκεφάλου. Αντίθετα, σε πληθυσμούς που τρέφονται επαρκώς και καταναλώνουν τρόφιμα εμπλουτισμένα με φυλλικό οξύ, το πρόσθετο όφελος για την καρδιαγγειακή υγεία είναι αμελητέο».








