Η φτώχεια συνδέεται με αυξημένες δυσκολίες στην υγεία και την καθημερινότητα, καθώς τα άτομα που απειλούνται από αυτήν αντιμετωπίζουν συχνότερα προβλήματα σε βασικές δραστηριότητες, όπως το περπάτημα, η μνήμη και η αυτοεξυπηρέτηση. Αυτό δείχνει νέα μελέτη της Eurostat που εξετάζει στοιχεία του 2025.
Το 2025, σε επίπεδο ΕΕ, τα άτομα που διέτρεχαν κίνδυνο φτώχειας ανέφεραν περισσότερες δυσκολίες -σχετικές με την υγεία- κατά την εκτέλεση βασικών δραστηριοτήτων, σε σύγκριση με όσους δεν διέτρεχαν τέτοιο κίνδυνο.
Μέτριες ή σοβαρές δυσκολίες στο περπάτημα ανέφερε το 24,9% των ατόμων που διέτρεχαν κίνδυνο φτώχειας, έναντι 16,9% όσων δεν διέτρεχαν κίνδυνο. Τα άτομα που διέτρεχαν κίνδυνο φτώχειας ήταν επίσης πιο πιθανό να αναφέρουν δυσκολίες στη μνήμη και τη συγκέντρωση (20,6% έναντι 14,5%), στην όραση (23,8% έναντι 18,9%), στην αυτοεξυπηρέτηση (10,1% έναντι 5,8%) και στην επικοινωνία (7,5% έναντι 4,0%). Οι διαφορές ήταν μικρότερες όσον αφορά τα άτομα με δυσκολίες στην ακοή (12,9% έναντι 11,1%).
Τα στοιχεία του 2025 σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης αναδεικνύουν τη στενή σύνδεση μεταξύ φτώχειας και δυσκολιών στην εκτέλεση βασικών καθημερινών δραστηριοτήτων. Τα άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας αναφέρουν συχνότερα προβλήματα που επηρεάζουν την κινητικότητα, τη μνήμη, τη συγκέντρωση, την όραση, την αυτοεξυπηρέτηση και την επικοινωνία, σε σύγκριση με όσους δεν αντιμετωπίζουν αντίστοιχο οικονομικό κίνδυνο.
Η μεγαλύτερη διαφορά καταγράφεται στις δυσκολίες που σχετίζονται με το περπάτημα, οι οποίες αφορούν σχεδόν έναν στους τέσσερις ανθρώπους που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας. Παράλληλα, οι αποκλίσεις στη μνήμη και τη συγκέντρωση, καθώς και στην όραση, καταδεικνύουν ότι οι δυσκολίες δεν περιορίζονται στη σωματική λειτουργικότητα, αλλά επεκτείνονται και σε άλλες πτυχές της καθημερινής ζωής. Ακόμη και στην αυτοεξυπηρέτηση και την επικοινωνία, όπου τα ποσοστά είναι χαμηλότερα, οι διαφορές μεταξύ των δύο πληθυσμιακών ομάδων παραμένουν εμφανείς.
Τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία της αντιμετώπισης της φτώχειας όχι μόνο ως οικονομικού προβλήματος, αλλά και ως παράγοντα που συνδέεται με την ποιότητα ζωής και την καθημερινή λειτουργικότητα. Η ενίσχυση της πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής φροντίδας, σε συνδυασμό με μέτρα οικονομικής στήριξης, μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό των ανισοτήτων. Παράλληλα, η συστηματική παρακολούθηση των σχετικών δεικτών είναι απαραίτητη για τον σχεδιασμό πολιτικών που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.








