Οι άνθρωποι που ζουν με παχυσαρκία συχνά ακούν ότι πρέπει να χάσουν βάρος. Όταν όμως αναζητούν φαρμακευτική βοήθεια, μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με μια διαφορετική κατηγορία: ότι επέλεξαν την εύκολη λύση. Αυτό το διπλό στίγμα περιγράφει μια αντιφατική κοινωνική στάση. Το ίδιο πρόσωπο κρίνεται για το σώμα του και, στη συνέχεια, για τον τρόπο με τον οποίο προσπαθεί να διαχειριστεί το βάρος του. Η εξάπλωση των θεραπειών GLP-1 έχει κάνει αυτή την αντίφαση περισσότερο ορατή.
«Πίσω από την κριτική βρίσκεται συχνά η πεποίθηση ότι το βάρος εξαρτάται αποκλειστικά από τη θέληση. Ωστόσο, όπως εξηγούν οι Westbury και συνεργάτες, η παχυσαρκία προκύπτει από την αλληλεπίδραση γενετικών, βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, πολλοί από τους οποίους βρίσκονται πέρα από τον άμεσο έλεγχο του ατόμου. Η απόδοσή της σε τεμπελιά ή αδιαφορία παραβλέπει αυτή την πολυπλοκότητα. Επιπλέον, το στίγμα δεν αποτελεί αποτελεσματικό κίνητρο αλλαγής: συνδέεται με ψυχολογική επιβάρυνση, κοινωνικές ανισότητες και δυσκολίες στη φροντίδα της υγείας» επισημαίνει ο δρ Χάρης Δημοσθενόπουλος MΜedSci, PhD, Προϊστάμενος Διαιτολογικού Τμήματος Γ.Ν. «Λαϊκό», Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ Μέλος IDF Europe Board-Communications Officer of Diabetes Nutrition Study Group (DNSG) και συνεχίζει με τα παρακάτω.
«Τα GLP-1 χρησιμοποιούνται στον διαβήτη τύπου 2 και, ανάλογα με το σκεύασμα, στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Παρότι διευρύνουν τις θεραπευτικές επιλογές, δεν εξαλείφουν αυτόματα τις προκαταλήψεις. Στην ανασκόπησή της, η Berit Heitmann επισημαίνει ότι τα νεότερα φάρμακα μπορούν να ενισχύσουν την κατανόηση της παχυσαρκίας ως ιατρικής κατάστασης. Παράλληλα, όμως, δημιουργούν νέες αφορμές απαξίωσης, όταν η φαρμακευτική υποστήριξη παρουσιάζεται ως παράκαμψη της προσπάθειας. Το υψηλό κόστος και η άνιση πρόσβαση μπορούν επίσης να εντείνουν τις υπάρχουσες ανισότητες».
Η καθημερινή εμπειρία αποτυπώνεται στη μελέτη της Braidyn Lazenby και των συνεργατών της, με συνεντεύξεις 34 ενηλίκων που λάμβαναν GLP-1. Οι συμμετέχοντες επέλεγαν προσεκτικά σε ποιους θα αποκάλυπταν τη θεραπεία τους, εκτιμώντας προηγουμένως τις αντιδράσεις του περιβάλλοντός τους. Μερικοί απέφευγαν τη συζήτηση, ενώ άλλοι ένιωθαν την ανάγκη να εξηγήσουν γιατί χρειάζονταν το φάρμακο. Η επικοινωνία γύρω από την αγωγή γινόταν έτσι μια διαδικασία διαχείρισης της πιθανής απόρριψης, ακόμη και μέσα σε στενές σχέσεις.
Η προσπάθεια αυτοπροστασίας μπορεί, ωστόσο, να αναπαράγει το πρόβλημα. Όταν κάποιος αισθάνεται ότι πρέπει να αποδείξει πως προσπάθησε αρκετά ή ότι έχει σοβαρότερο ιατρικό λόγο από άλλους, δημιουργείται ένας διαχωρισμός ανάμεσα σε «δικαιολογημένους» και «αδικαιολόγητους» χρήστες. Αντί η θεραπεία να συζητείται με βάση τις ανάγκες κάθε ανθρώπου, μετατρέπεται σε αξιολόγηση προσωπικής αξίας. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι ορισμένοι τρόποι αντιμετώπισης του στίγματος μπορεί άθελά τους να συντηρούν την ίδια επικριτική λογική.
Τα πειραματικά δεδομένα ενισχύουν αυτή την εικόνα. Σε μελέτη με 607 συμμετέχοντες, ένα υποθετικό πρόσωπο που είχε χάσει βάρος με GLP-1 αξιολογήθηκε αρνητικότερα από κάποιο που είχε αδυνατίσει με διατροφή και άσκηση. Άλλη έρευνα, με 1.205 συμμετέχοντες σε τρεις χώρες, συνέδεσε τις αρνητικές ηθικές κρίσεις για τους χρήστες τέτοιων φαρμάκων με την αντίληψη της μικρότερης προσπάθειας. Ωστόσο, οι στάσεις διαφέρουν: σε ξεχωριστή μελέτη 348 ενηλίκων, περισσότεροι απέρριπταν παρά υποστήριζαν την ιδέα ότι η χρήση GLP-1 αποτελεί «κλεψιά».
Η απάντηση χρειάζεται να περιλαμβάνει και τον χώρο της υγείας. Οι κατευθύνσεις του Bannuru και της αρμόδιας επιτροπής της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας συστήνουν γλώσσα χωρίς επικρίσεις, κοινή λήψη αποφάσεων και εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας. Προτείνουν επίσης να ζητείται η συγκατάθεση του ανθρώπου πριν αρχίσει μια συζήτηση για το βάρος. Η ιδιωτικότητα στη ζύγιση, τα κατάλληλα καθίσματα και ο σωστός εξοπλισμός έχουν επίσης σημασία: ο σεβασμός εκφράζεται τόσο με λόγια όσο και με πρακτικές συνθήκες φροντίδας.
Όπως υπογραμμίζει ο κ. Δημοσθενόπουλος «η αγωγή με GLP-1 χρειάζεται να πλαισιώνεται από διαιτολογική παρακολούθηση και καθοδήγηση για τις καθημερινές συνήθειες. Επισημαίνει τον ρόλο του διαιτολόγου στη διατροφική διαχείριση ανεπιθύμητων ενεργειών και στην υποστήριξη μιας ποιοτικότερης απώλειας βάρους. Η θέση αυτή αναδεικνύει τη σημασία της συνεργασίας και της συνέχειας στη φροντίδα.
Η διατροφή, η κίνηση και η φαρμακευτική θεραπεία μπορούν να συνυπάρχουν σε ένα εξατομικευμένο πλάνο. Δεν χρειάζεται να γίνονται κριτήρια για το ποιος αξίζει αποδοχή. Στην οικογένεια, στις παρέες και στο ιατρείο, περισσότερη ακρόαση και λιγότερες υποθέσεις μπορούν να κάνουν τη συζήτηση ασφαλέστερη. Κάθε άνθρωπος δικαιούται να μιλά για τις δυσκολίες του χωρίς να απολογείται για το σώμα του ή για τη βοήθεια που λαμβάνει» .








