Το διαζύγιο αποτελεί μια σημαντική αλλαγή στη ζωή ενός ζευγαριού, με συναισθηματικές, οικονομικές και οικογενειακές συνέπειες. Αν και η απόφαση για τον τερματισμό ενός γάμου μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολη, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι γυναίκες είναι εκείνες που παίρνουν συχνότερα την πρωτοβουλία για τον χωρισμό.
Οι λόγοι δεν περιορίζονται στην απιστία ή στις έντονες συγκρούσεις, αλλά συχνά σχετίζονται με βαθύτερα προβλήματα στη σχέση, όπως η άνιση κατανομή των οικογενειακών ευθυνών, η έλλειψη συναισθηματικής υποστήριξης και η αδυναμία επικοινωνίας.
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), το 2025 εκδόθηκαν 15.853 διαζύγια, αυξημένα κατά 2,1% σε σύγκριση με το 2024. Μάλιστα, το 67,6% αφορούσε γάμους που είχαν διαρκέσει τουλάχιστον 10 χρόνια.
Αν και δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για την Ελλάδα, σε πολλές δυτικές χώρες οι γυναίκες φαίνεται να είναι αυτές που κάνουν τις περισσότερες αιτήσεις διαζυγίων, συγκριτικά με τους συζύγους τους. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ, η διαδικασία του διαζυγίου ξεκινά στο 70% περίπου των περιπτώσεων από τις γυναίκες, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στο Ηνωμένο Βασίλειο φτάνει το 62%.
Γιατί, όμως, οι γυναίκες αποφασίζουν συχνότερα να βάλουν τέλος στον γάμο τους; Έρευνες και κλινικές παρατηρήσεις αναδεικνύουν μια σειρά από παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν σε αυτή την απόφαση, ακόμη και έπειτα από πολλά χρόνια κοινής ζωής.
Άνδρες και γυναίκες βιώνουν διαφορετικά τον γάμο
Οι κοινωνικές αντιλήψεις γύρω από τους ρόλους των φύλων και τον γάμο μεταξύ άνδρα και γυναίκας εξακολουθούν να επηρεάζουν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι σχέσεις και οργανώνεται η οικογενειακή ζωή. Τα οφέλη του γάμου συχνά δεν μοιράζονται ισότιμα ανάμεσα στους δύο συζύγους, ιδιαίτερα μετά την απόκτηση παιδιών. Παρότι οι γυναίκες έχουν κάνει σημαντικά βήματα προς την ισότητα σε πολλούς τομείς, εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες ανισότητες στο εισόδημα, στην ανατροφή των παιδιών και στην κατανομή των δουλειών του σπιτιού.
Πρόσφατα στοιχεία από το Γραφείο Στατιστικών Εργασίας των ΗΠΑ αναδεικνύουν αυτή την ανισότητα. Σύμφωνα με την Αμερικανική Έρευνα Χρήσης Χρόνου, οι παντρεμένες γυναίκες σε ετεροφυλοφιλικές σχέσεις αφιερώνουν περισσότερο χρόνο από τους άνδρες στη φροντίδα των παιδιών, ανεξάρτητα από την ηλικία τους. Όταν τα παιδιά είναι κάτω των 6 ετών, οι γυναίκες αφιερώνουν υπερδιπλάσιο χρόνο στην καθημερινή φροντίδα τους και τετραπλάσιο χρόνο σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Όταν τα παιδιά φτάνουν στη σχολική ηλικία, οι μητέρες αφιερώνουν τριπλάσιο χρόνο από τους πατέρες στην οργάνωση εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων και σχεδόν διπλάσιο χρόνο στις μετακινήσεις των παιδιών προς το σχολείο και τις εξωσχολικές τους δραστηριότητες.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στις δουλειές του σπιτιού. Ανάλυση του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν έδειξε ότι, μετά τον γάμο, οι γυναίκες στις ΗΠΑ καταλήγουν να αφιερώνουν κατά μέσο όρο 7 επιπλέον ώρες την εβδομάδα στις δουλειές του σπιτιού, ενώ οι άνδρες αφιερώνουν μία ώρα λιγότερη.
Πολλές γυναίκες που σκέφτονται να πάρουν διαζύγιο αναφέρουν ότι νιώθουν πως ο σύζυγός τους έχει γίνει ένα ακόμη παιδί που πρέπει να φροντίζουν, αντί να είναι ένας σύντροφος με τον οποίο μοιράζονται ισότιμα τις ευθύνες.
Παρόμοιες ανισότητες καταγράφονται και στην Ελλάδα. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, οι γυναίκες και τα κορίτσια ηλικίας 15 ετών και άνω αφιερώνουν κατά μέσο όρο το 18,1% του ημερήσιου χρόνου τους σε μη αμειβόμενες δουλειές του σπιτιού και στη φροντίδα άλλων μελών της οικογένειας, έναντι μόλις 7% για τους άνδρες. Αυτό σημαίνει ότι οι γυναίκες αφιερώνουν περίπου 2,6 φορές περισσότερο χρόνο σε αυτές τις υποχρεώσεις.
Την εικόνα αυτή επιβεβαιώνει και έκθεση του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων (EIGE), που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2026. Σύμφωνα με την έκθεση, οι γυναίκες στην Ελλάδα αναλαμβάνουν συχνότερα από τους άνδρες την εντατική φροντίδα των παιδιών και των ατόμων που χρειάζονται μακροχρόνια υποστήριξη, ενώ συμμετέχουν περισσότερο και στις καθημερινές δουλειές του σπιτιού. Παράλληλα, οι άνδρες αναφέρουν λιγότερες δυσκολίες στον συνδυασμό των υποχρεώσεών τους και διαθέτουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο.
Έρευνες δείχνουν επίσης ότι ο γάμος τείνει να ωφελεί περισσότερο τους άνδρες παρά τις γυναίκες, ιδιαίτερα όσον αφορά την υγεία, την οικονομική κατάσταση και τη γενικότερη ευημερία. Αυτή η ανισότητα ενδέχεται να εξηγεί εν μέρει γιατί οι άνδρες που βρίσκονται σε ετεροφυλοφιλικούς γάμους ζητούν σπανιότερα διαζύγιο. Με απλά λόγια, ο γάμος φαίνεται να λειτουργεί καλύτερα για εκείνους. Επιπλέον, μετά το διαζύγιο, οι άνδρες είναι πιο πιθανό να απομονωθούν από φίλους και συγγενείς, να αποφύγουν να διαχειριστούν τη θλίψη τους ή να ξεκινήσουν αμέσως μια νέα σχέση. Όπως συνηθίζουν να λένε οι επαγγελματίες που ασχολούνται με τα διαζύγια, «οι γυναίκες πενθούν, ενώ οι άνδρες βρίσκουν αντικαταστάτρια».
Όταν ο γάμος δεν καλύπτει πλέον τις ανάγκες των γυναικών
Στο παρελθόν, οι δικηγόροι που ειδικεύονταν στο οικογενειακό δίκαιο αναφέρονταν στα τρία αίτια: εθισμός, κακοποίηση και απιστία, ως τους βασικούς λόγους που οδηγούσαν τα ζευγάρια στο διαζύγιο.
«Ορισμένες από τις γυναίκες που βλέπω στο γραφείο μου χωρίζουν για αυτούς τους λόγους, όμως άλλες αναφέρουν πιο σύνθετα προβλήματα», εξήγησε στο περιοδικό Time η ψυχοθεραπεύτρια Oona Metz.
Σύμφωνα με την ίδια, κάποιες γυναίκες αποφασίζουν να χωρίσουν επειδή ο γάμος τους χαρακτηρίζεται είτε από υπερβολική ένταση είτε από συναισθηματική ψυχρότητα. Στην πρώτη περίπτωση υπάρχουν συνεχείς καβγάδες, εντάσεις και τοξικές συγκρούσεις. Στη δεύτερη, λείπουν η επικοινωνία, η τρυφερότητα και η οικειότητα. Οι συνεχείς διαφωνίες για την ανατροφή των παιδιών, τα οικονομικά ή άλλα ζητήματα μπορεί να προκαλούν έντονες συγκρούσεις ή να οδηγούν τον έναν από τους δύο συντρόφους να απομακρύνεται συναισθηματικά.
Άλλες γυναίκες αποφασίζουν να τερματίσουν τον γάμο τους όταν ανακαλύπτουν ότι ο σύζυγός τους τις έχει προδώσει. Η προδοσία κλονίζει τα θεμέλια μιας σχέσης και μπορεί να περιλαμβάνει τη σεξουαλική απιστία, τη συναισθηματική απιστία ή την απόκρυψη οικονομικών ζητημάτων. Πολλοί γάμοι μπορούν να ξεπεράσουν ένα μεμονωμένο περιστατικό προδοσίας, αλλά δεν αντέχουν τα συνεχή ψέματα και την εξαπάτηση. Είναι δύσκολο να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη όταν έχει καταστραφεί από μήνες ή χρόνια εξαπάτησης.
«Μία από τις συχνότερες περιπτώσεις που αντιμετωπίζω στο γραφείο μου αφορά γυναίκες που ζητούν διαζύγιο από συζύγους οι οποίοι δεν αναλαμβάνουν σχεδόν καμία πρωτοβουλία ή ευθύνη. Μερικές φορές, αυτή η παθητική στάση εκδηλώνεται με μεγάλες περιόδους ανεργίας ή υποαπασχόλησης, κατά τις οποίες ο σύζυγος ούτε αναζητά εργασία ούτε αναλαμβάνει περισσότερες ευθύνες για τα παιδιά ή το σπίτι. Άλλες φορές, ο σύζυγος εργάζεται, αλλά συμμετέχει ελάχιστα στην ανατροφή των παιδιών και στις δουλειές του σπιτιού. Συχνά μάλιστα προσποιείται σκόπιμα ότι δεν ξέρει ή δεν μπορεί να κάνει ορισμένες δουλειές, ώστε να τις αναλαμβάνει η σύντροφός του, επιβαρύνοντάς την ακόμη περισσότερο», πρόσθεσε η ειδικός.
Πέρα από τη σωματική, τη συναισθηματική και τη σεξουαλική κακοποίηση, όλο και περισσότερες γυναίκες αναγνωρίζουν πλέον και μια άλλη μορφή κακοποιητικής συμπεριφοράς, τον καταναγκαστικό έλεγχο. Πρόκειται για συμπεριφορές που αρχίζουν να αναγνωρίζονται όλο και περισσότερο τόσο μέσα στις οικογένειες όσο και στα δικαστήρια. Ο καταναγκαστικός έλεγχος περιλαμβάνει συστηματικό εκφοβισμό, απομόνωση, ταπείνωση και προσπάθειες ελέγχου του άλλου και μπορεί να προκαλέσει εξίσου σοβαρή βλάβη με τη σωματική κακοποίηση.
Οι χρόνιοι εθισμοί και οι διαταραχές ψυχικής υγείας που δεν αντιμετωπίζονται θεραπευτικά μπορούν επίσης να έχουν σοβαρές συνέπειες τόσο για το ίδιο το άτομο όσο και για τη σχέση του. Ο εθισμός ενός συντρόφου στα ναρκωτικά, στο αλκοόλ, στο σεξ, στον τζόγο, στην πορνογραφία ή στην τεχνολογία μπορεί σταδιακά να διαβρώσει την εμπιστοσύνη και το θετικό κλίμα μέσα στον γάμο.
«Στη δουλειά μου βλέπω επίσης πώς επηρεάζουν αρνητικά τις συζυγικές σχέσεις η κατάθλιψη, η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), ο αυτισμός και ο ναρκισσισμός, όταν δεν υπάρχει κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση ή υποστήριξη. Μολονότι η θεραπεία ζεύγους μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό μιας διαταραχής ψυχικής υγείας ή ενός εθισμού, η ευθύνη για την αναζήτηση κατάλληλης θεραπείας ανήκει στον κάθε σύζυγο ξεχωριστά και όχι στο ζευγάρι συνολικά.
Τέλος, πολλά ζευγάρια χωρίζουν λόγω σεξουαλικής ασυμβατότητας, έλλειψης οικειότητας ή επειδή προκύπτουν ζητήματα σχετικά με τη σεξουαλικότητα ή την ταυτότητα φύλου ενός συντρόφου, τα οποία δεν μπορούν να συμβιβαστούν με τη συνέχιση του γάμου», τόνισε η ψυχοθεραπεύτρια.
Το διαζύγιο δεν είναι αποτυχία
Οι γυναίκες τείνουν να αναλαμβάνουν πιο ενεργό ρόλο από τους άνδρες τόσο στη δημιουργία και τη διατήρηση ενός γάμου όσο και στην απόφαση να τον τερματίσουν, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο.
«Πολλές από τις γυναίκες που συμμετέχουν στις ομάδες υποστήριξής μου πιστεύουν βαθιά στον θεσμό του γάμου, αλλά τελικά αποφασίζουν να χωρίσουν επειδή, παρά τις προσπάθειες που έχουν καταβάλει για χρόνια, δεν καταφέρνουν να πείσουν τους συζύγους τους να προσπαθήσουν μαζί τους για τη βελτίωση της σχέσης. Σε πολλές περιπτώσεις, οι σύζυγοί τους έχουν απομακρυνθεί ή έχουν πάψει να τηρούν τις ρητές και άγραφες υποχρεώσεις του γάμου, με αποτέλεσμα οι γυναίκες να αισθάνονται ότι το διαζύγιο είναι η μόνη ρεαλιστική επιλογή που τους απομένει. Συχνά, αφού έχουν προσπαθήσει επί χρόνια χωρίς αποτέλεσμα να σώσουν τη σχέση τους, αναγκάζονται να αναλάβουν και όλο το συναισθηματικό και πρακτικό βάρος του χωρισμού.
Επειδή οι γυναίκες μεγαλώνουν μαθαίνοντας να είναι υπεύθυνες, να δείχνουν κατανόηση και να φροντίζουν για τις ανάγκες των άλλων, η απόφαση να φύγουν από έναν γάμο μπορεί να τους προκαλέσει ενοχές και ντροπή. Για να βοηθήσω τις γυναίκες που έρχονται στο γραφείο μου να διαχειριστούν αυτά τα συναισθήματα, τις ενθαρρύνω να σκεφτούν ποιος πραγματικά «εγκατέλειψε» τον γάμο και ποιος απλώς αποφάσισε να βάλει και τυπικά τέλος σε αυτόν. Όταν ο σύζυγός τους δεν συνεργάζεται και δεν μπορεί ή δεν θέλει να προσπαθήσει να αλλάξει τη συμπεριφορά του ή να βελτιώσει τη σχέση, πολλές γυναίκες αισθάνονται ότι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να πάρουν διαζύγιο από έναν άνθρωπο με τον οποίο ο γάμος τους έχει ουσιαστικά ήδη τελειώσει», είπε η Metz.
Μετά το διαζύγιο, πολλές γυναίκες βλέπουν το εισόδημά τους να μειώνεται και τις ευθύνες τους για την ανατροφή των παιδιών να αυξάνονται. Εντούτοις, μακροπρόθεσμα, οι γυναίκες τείνουν να τα πηγαίνουν καλύτερα από τους άνδρες σε ψυχολογικό επίπεδο. Συχνά μάλιστα αναφέρουν ότι είναι πιο ευτυχισμένες μετά το διαζύγιο απ' ό,τι κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Συνήθως έχουν ισχυρότερο δίκτυο φίλων και συγγενών, αισθάνονται πιο άνετα να ζητούν συναισθηματική υποστήριξη και προσπαθούν ενεργά να ξαναβρούν την ψυχική τους ισορροπία. Παράλληλα, η ικανότητά τους να βρίσκουν δημιουργικές λύσεις σε προβλήματα, την οποία έχουν αναπτύξει μέσα από χρόνια διαχείρισης των συναισθηματικών αναγκών της οικογένειας και των υποχρεώσεων του σπιτιού, αποδεικνύεται πολύτιμη όταν καλούνται να αντιμετωπίσουν μεγάλες αλλαγές στη ζωή τους.
«Το διαζύγιο σημαίνει ότι κάτι τελειώνει και συνοδεύεται από θλίψη και απώλεια. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να αποτελέσει την αρχή μιας νέας ζωής. Αντί να αντιμετωπίζω το διαζύγιο ως αποτυχία, προτιμώ να το βλέπω ως μια ευκαιρία να αλλάξει η μορφή της οικογένειας, ώστε οι σχέσεις μεταξύ των μελών της να γίνουν πιο υγιείς», κατέληξε η ψυχοθεραπεύτρια.








