Τα νύχια μας μπορούν να μας «πουν» πολλά για την υγεία μας. Γι’ αυτό είναι καλό να τα ελέγχουμε ανά τακτά χρονικά διαστήματα για να προλάβουμε τυχόν προβλήματα υγείας.
Η λέξη «lunulae» (λουνούλες) σημαίνει «μικρό φεγγάρι» στα λατινικά και αναφέρεται στα σχήματα που μοιάζουν με μισοφέγγαρο στη βάση των νυχιών. Πρόκειται για το σημείο όπου παράγονται και ωθούνται προς τα εμπρός τα νέα κύτταρα των νυχιών. Το σχήμα αυτό είναι πιο έντονο στους αντίχειρες, ενώ γίνεται μικρότερο και λιγότερο ορατό στα υπόλοιπα δάχτυλα.
Ερευνητές ανέλυσαν μελέτες που χρονολογούνται από το 1954 —έτος κατά το οποίο δημοσιεύτηκε η πρώτη έρευνα για έναν συγκεκριμένο τύπο ασυνήθιστων λουνουλών— προκειμένου να διαπιστώσουν τι ακριβώς μπορούν να μας αποκαλύψουν αυτά τα «μικρά φεγγάρια» για την υγεία μας.
Τα «μικρά φεγγάρια», έχουν συνήθως λευκό χρώμα επειδή το νύχι σε εκείνο το σημείο είναι πιο παχύ, καλύπτοντας τα αιμοφόρα αγγεία της κοίτης του νυχιού. Ωστόσο, δεν είναι εμφανή σε όλους τους ανθρώπους, και η απουσία τους δεν υποδηλώνει προβλήματα υγείας.
Ωστόσο, όταν το συγκεκριμένο σημείο στα νύχια αποκτά κόκκινο χρώμα, αυτό μπορεί να αποτελεί ένδειξη κινδύνου. «Τα κόκκινα φεγγάρια ενδέχεται να υποδηλώνουν είτε κάποια νόσο είτε κάποιο τοπικό πρόβλημα», σημείωσαν οι ερευνητές.
Τι διαπίστωσαν οι ερευνητές
Τα νύχια είναι εξαιρετικά ευαίσθητα στις μεταβολές της υγείας του οργανισμού. Για να αναπτύσσονται συνεχώς, απαιτούν σταθερή παροχή θρεπτικών συστατικών και οξυγόνου, καθώς και επαρκή αιμάτωση. Οποιαδήποτε μεταβολή σε αυτούς τους παράγοντες επηρεάζει τον τρόπο ανάπτυξής τους.
Για παράδειγμα, η χρήση φαρμάκων GLP-1 έχει πρόσφατα συσχετιστεί με τον αποχρωματισμό και την αποκόλληση των νυχιών. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο οι ερευνητές εστιάζουν στην κατάσταση των νυχιών. Ήδη από εκείνη την πρώτη αναφορά του 1954, ερευνητές στο Λονδίνο παρατήρησαν ότι το 61% των ατόμων που εξετάστηκαν και παρουσίαζαν κόκκινες λουνούλες στη βάση των νυχιών, έπασχε επίσης από καρδιακή ανεπάρκεια.
Τα υπόλοιπα άτομα με κόκκινες λουνούλες έπασχαν από κάποια μορφή συστηματικής νόσου, όπως εμφύσημα και χρόνια βρογχίτιδα (παθήσεις που εντάσσονται στη ΧΑΠ), κίρρωση του ήπατος και καρκίνο – συμπεριλαμβανομένης της αληθούς πολυκυτταραιμίας (καρκίνος του αίματος που προκαλεί πάχυνση και επιβράδυνση της ροής του αίματος), του λεμφώματος (καρκίνος των λευκών αιμοσφαιρίων) και της μυελοειδούς λευχαιμίας (καρκίνος του αίματος και του μυελού των οστών), σύμφωνα με την New York Post.
Έκτοτε, περαιτέρω έρευνες έχουν δείξει ότι οι λουνούλες στα νύχια συνδέονται με αυτοάνοσα νοσήματα, όπως η γυροειδής αλωπεκία, η δερματομυοσίτιδα και ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος. Οι συγγραφείς επισημαίνουν επίσης συσχετίσεις με τη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, την ψωρίαση, τη δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα και το αφροδίσιο λεμφοκοκκίωμα (LGV) — μια σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη που προκαλείται από ορισμένα στελέχη του βακτηρίου Chlamydia.
Ωστόσο, ο ακριβής λόγος για τον οποίο τα κόκκινα φεγγάρια στα νύχια συνδέονται με οποιαδήποτε από τις εν λόγω παθήσεις «παραμένει ασαφής», αναφέρουν οι συγγραφείς. Τονίζουν, πάντως, ότι η συσχέτιση υφίσταται μόνο εάν παρουσιάζουν κόκκινες ημισελήνους πολλά νύχια — εάν το φαινόμενο αφορά μόνο ένα νύχι, είναι πιθανότερο να οφείλεται σε κάποιο τοπικό αίτιο, όπως ένας τραυματισμός κάτω από το συγκεκριμένο νύχι.
Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι η ύπαρξη κόκκινων ημισελήνων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα υγείας, όπως ακριβώς και η ύπαρξη λευκών ημισελήνων δεν εγγυάται ότι το άτομο είναι απολύτως υγιές.
Οι συγγραφείς αναφέρουν ότι η ανασκόπηση απλώς υποδεικνύει την ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση, εάν ένας ασθενής παρουσιάζει κόκκινες ημισελήνους στα νύχια. «Δεδομένης της σπανιότητας του φαινομένου, η πιθανή διαγνωστική του σημασία συχνά παραβλέπεται», επισημαίνουν οι ερευνητές.
«Κατά τον εντοπισμό αυτών των σημαδιών, οι κλινικοί ιατροί θα πρέπει να εξετάζουν πιθανές συσχετίσεις με υποκείμενα συστηματικά ή δερματολογικά νοσήματα. Αυτό το διακριτικό κλινικό σημείο ενδέχεται να διευκολύνει την έγκαιρη διάγνωση και τον εντοπισμό σημαντικών συστηματικών νοσημάτων», καταλήγουν οι ερευνητές.








