ΔΕΠΥ και αυτισμός: Γιατί η μεγάλη αύξηση των διαγνώσεων προκαλεί ανησυχία στους ειδικούς

ΔΕΠΥ και αυτισμός: Γιατί η μεγάλη αύξηση των διαγνώσεων προκαλεί ανησυχία στους ειδικούς
Alireza Attari / Unsplash
Παρασκευή, 09/10/2026 - 19:06

Υπάρχει κίνδυνος να διαγιγνώσκονται περισσότερα άτομα με ΔΕΠΥ και αυτισμό από όσα πραγματικά έχουν αυτές τις διαταραχές, σύμφωνα με τα ευρήματα επίσημης έκθεσης στην Αγγλία.

Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει φτάσει σε ένα «κρίσιμο σημείο», καθώς αυξάνεται ο κίνδυνος λανθασμένων διαγνώσεων της ΔΕΠΥ και του αυτισμού, σύμφωνα με νέα έκθεση που ζητά «ριζικές αλλαγές» στο σύστημα υγείας.

Η έκθεση επισημαίνει ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα πραγματικά ποσοστά της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) και του αυτισμού στον πληθυσμό και στον αριθμό των ατόμων που αναζητούν βοήθεια για αυτές τις διαταραχές. Οι ειδικοί προειδοποίησαν ότι οι λανθασμένες διαγνώσεις μπορεί να είναι ένας από τους λόγους που εξηγούν αυτή τη διαφορά. Παράλληλα, αναφέρθηκαν στις πιέσεις που ασκούνται από ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα για τη χορήγηση διαγνώσεων και ζήτησαν αυστηρότερους κανόνες για όσους πραγματοποιούν τις σχετικές αξιολογήσεις.

ΔΕΠΥ και αυτισμός: Πόσο έχουν αυξηθεί οι διαγνώσεις

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, περίπου το 3,8% των παιδιών ηλικίας 5 έως 15 ετών έχουν ΔΕΠΥ και το 1,2% των παιδιών και εφήβων ηλικίας 5 έως 19 ετών έχουν αυτισμό, ενώ δεν υπάρχουν αντίστοιχα στοιχεία για τους ενήλικες. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι στα τέλη του 2025 περισσότερα από 560.000 άτομα βρίσκονταν σε λίστα αναμονής για αξιολόγηση ΔΕΠΥ, αριθμός υπερδεκαεπταπλάσιος σε σχέση με το 2019. Παράλληλα, τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους περισσότερα από 254.000 άτομα περίμεναν να ολοκληρωθεί η διαδικασία αξιολόγησής τους για αυτισμό.

Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της έκθεσης, το ποσοστό των αγοριών ηλικίας 6 έως 11 ετών που έχουν διαγνωστεί με αυτισμό αυξήθηκε από 0,4% το 2000 σε 6,3% το 2025. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι υπάρχει «το ενδεχόμενο» υπερδιάγνωσης, τόνισε ο καθηγητής Sir Simon Wessely, αντιπρόεδρος της επιτροπής που συνέταξε την έκθεση, προσθέτοντας: «Το ερώτημα είναι πόσο εκτεταμένο είναι το φαινόμενο;».

Ο ίδιος εξήγησε ότι πιθανότατα θα πραγματοποιηθεί νέα έρευνα στον γενικό πληθυσμό, ώστε να δοθεί μια «οριστική απάντηση» για το πόσο συχνός είναι ο αυτισμός. «Αφήνουμε πίσω μας μια περίοδο κατά την οποία ο αυτισμός δεν διαγιγνωσκόταν όσο συχνά θα έπρεπε και φτάνουμε σε ένα κρίσιμο σημείο, όπου ενδέχεται να παίζουν ρόλο και άλλοι παράγοντες», δήλωσε ο Wessely.

Γιατί οι Βρετανοί ειδικοί ανησυχούν για υπερδιάγνωση

Ο καθηγητής επισήμανε ότι ο κίνδυνος λανθασμένης διάγνωσης αυξάνεται όταν οι υπηρεσίες υγείας δέχονται πολύ μεγάλη πίεση. Σε αυτές τις συνθήκες, οι αξιολογήσεις μπορεί να είναι σύντομες και να πραγματοποιούνται εξ αποστάσεως, με αποτέλεσμα να μην εντοπίζονται άλλες πιθανές διαγνώσεις ή διαταραχές που συνυπάρχουν. Όσον αφορά την υπερδιάγνωση, υπογράμμισε ότι είναι δύσκολο να γνωρίζουμε αν πράγματι συμβαίνει, καθώς δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα. Ωστόσο, πρόσθεσε: «Εάν συνεχιστούν οι σημερινές τάσεις, είναι πάρα πολύ πιθανό να υπάρξει υπερδιάγνωση και υπερβολική αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων ως ιατρικών προβλημάτων».

Ο Wessely αναφέρθηκε επίσης στην «πίεση» που ασκεί ο ιδιωτικός τομέας, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών που διαφημίζουν στο κοινό υπηρεσίες αξιολόγησης για ΔΕΠΥ και αυτισμό. Όπως συμπλήρωσε, οι περισσότεροι γιατροί έχουν επιφυλάξεις σχετικά με την ποιότητα αυτών των αξιολογήσεων «και τα κίνητρα που κρύβονται πίσω από αυτές».

Το κόστος των ιδιωτικών υπηρεσιών για τη ΔΕΠΥ έχει «αυξηθεί κατά περίπου 252% μέσα σε 3 χρόνια». Παρ' όλα αυτά, δεν υπάρχει ενιαίο πλαίσιο ελέγχου, διαφάνειας και διασφάλισης της ποιότητας των υπηρεσιών, επισήμαναν οι συντάκτες της έκθεσης. «Αυτό που συνέβη είναι ότι επιτράπηκε σε έναν μεγάλο τομέα υπηρεσιών, που χρηματοδοτείται με δημόσιο χρήμα, να αναπτυχθεί ταχύτερα από τους μηχανισμούς που θα έπρεπε να διασφαλίζουν την ποιότητα των υπηρεσιών και την ορθή αξιοποίηση των πόρων», επισήμαναν.

Τα προβλήματα ψυχικής υγείας έχουν αυξηθεί σε παιδιά και νέους

Η έκθεση, που αποτελείται από 607 σελίδες, αναφέρει ότι η Βρετανία «βιώνει μια βαθιά αλλαγή όσον αφορά τις ανάγκες υποστήριξης των ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας και νευροαναπτυξιακές διαταραχές». Παράλληλα, επισημαίνει ότι τα προβλήματα ψυχικής υγείας έχουν αυξηθεί σημαντικά, ιδιαίτερα στα παιδιά και στους νέους.

Ο καθηγητής Peter Fonagy, πρόεδρος της επιτροπής που συνέταξε την έκθεση, ανέφερε ότι «η ζωή έχει γίνει δυσκολότερη» για τους νέους, επειδή είναι «πιο αβέβαιη, οι ίδιοι βρίσκονται διαρκώς υπό παρακολούθηση και αξιολόγηση, αισθάνονται λιγότερο ότι ανήκουν κάπου και έχουν λιγότερες ευκαιρίες να κάνουν ένα διάλειμμα, να ξεκουραστούν και να ανακάμψουν».

Ο Fonagy, επικεφαλής του Τμήματος Ψυχολογίας και Επιστημών της Γλώσσας του University College London, πρόσθεσε: «Η ψυχική δυσφορία έχει πράγματι αυξηθεί σημαντικά. Πρόκειται για μια πραγματική και ουσιαστική αύξηση, στην οποία συμβάλλουν διάφοροι παράγοντες».

Την ίδια στιγμή, η αναγνώριση της ΔΕΠΥ και του αυτισμού έχει «αυξηθεί δραματικά», με αποτέλεσμα εκατοντάδες χιλιάδες άτομα να περιμένουν να αξιολογηθούν, ενώ «πολλά ακόμη» δυσκολεύονται να βρουν την υποστήριξη που χρειάζονται.

Η έκθεση επισημαίνει ότι τα ποσοστά της ΔΕΠΥ και του αυτισμού στον γενικό πληθυσμό, δηλαδή το εκτιμώμενο ποσοστό των ατόμων που έχουν αυτές τις διαταραχές, έχουν «παραμείνει σε γενικές γραμμές σταθερά» τις τελευταίες δεκαετίες. Όμως, η ζήτηση για υπηρεσίες αξιολόγησης και υποστήριξης έχει αυξηθεί απότομα.

Οι συντάκτες της έκθεσης ζήτησαν να αλλάξει ριζικά το σημερινό σύστημα, στο οποίο η πρόσβαση σε υπηρεσίες εξαρτάται από την ύπαρξη επίσημης διάγνωσης. Όπως εξήγησαν, η διάγνωση έχει πλέον γίνει «απαραίτητη προϋπόθεση για να λάβει κάποιος βοήθεια» μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος και ορισμένων κοινωνικών παροχών.

Το σημερινό σύστημα «δεν λειτουργεί για τους ανθρώπους που υποτίθεται ότι εξυπηρετεί» και «δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους», καθώς οι χρόνοι αναμονής είναι μεγάλοι και η πρόσβαση στη φροντίδα περιορισμένη, ανέφεραν οι συντάκτες. «Οι μικρές, σταδιακές αλλαγές δεν αρκούν για να καλύψουν αυτό το κενό. Χρειάζεται ένα νέο μοντέλο φροντίδας και ριζική μεταρρύθμιση», πρόσθεσαν.

Σε απάντηση, η βρετανική κυβέρνηση δεσμεύτηκε να προχωρήσει σε εκτεταμένες αλλαγές στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη και την έγκαιρη βοήθεια. Στα σχέδιά της περιλαμβάνεται η ενίσχυση της υποστήριξης στα σχολεία, στα κολέγια και στις τοπικές κοινότητες.

Παράλληλα, η ηγεσία του Εθνικού Συστήματος Υγείας της Βρετανίας (NHS) ανέλαβε να εξετάσει πώς θα μπορούσε να γίνει ευκολότερη η πρόσβαση των πολιτών σε συμβουλευτική υποστήριξη, διαγνωστικές αξιολογήσεις και θεραπεία.

Η υπουργός Υγείας Yvette Cooper κατέληξε: «Είναι σαφές ότι οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας πρέπει να αλλάξουν και να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στην έγκαιρη υποστήριξη που χρειάζονται οι νέοι, ώστε να μπορούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους, να παραμείνουν στην εργασία τους και να διατηρήσουν τη ζωή τους σε σταθερή πορεία. Τους επόμενους μήνες θα παρουσιάσουμε τις προτάσεις μας μέσα από μια νέα Στρατηγική για την Ψυχική Υγεία, αξιοποιώντας τις νέες υπηρεσίες ψυχικής υγείας που ήδη προσφέρουμε στα σχολεία και στις τοπικές κοινότητες».

Δε φταίει μόνο η υπερδιάγνωση για την αύξηση των περιπτώσεων

Η μεγάλη αύξηση των διαγνώσεων ΔΕΠΥ και αυτισμού τις τελευταίες δεκαετίες δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτές οι διαταραχές έχουν γίνει συχνότερες στον πληθυσμό. Σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, σημαντικό μέρος της αύξησης μπορεί να εξηγηθεί από τις αλλαγές στα διαγνωστικά κριτήρια, την καλύτερη αναγνώριση των συμπτωμάτων και τη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση τόσο των επαγγελματιών υγείας όσο και του κοινού.

Στο παρελθόν, αρκετά άτομα με ΔΕΠΥ ή αυτισμό δεν λάμβαναν ποτέ διάγνωση, ιδιαίτερα όταν τα συμπτώματά τους δεν ήταν έντονα ή δεν αντιστοιχούσαν στην εικόνα που είχαν τότε οι ειδικοί για αυτές τις διαταραχές. Η καλύτερη κατανόηση της ΔΕΠΥ και του αυτισμού έχει συμβάλει στον εντοπισμό περισσότερων περιπτώσεων, μεταξύ άλλων σε κορίτσια, γυναίκες και ενήλικες που δεν είχαν διαγνωστεί στην παιδική τους ηλικία.

Ενδεικτικά, μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2015 στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Pediatrics εξέτασε στοιχεία από τη Δανία και διαπίστωσε ότι περίπου το 60% της αύξησης των καταγεγραμμένων περιπτώσεων αυτισμού στη συγκεκριμένη μελέτη μπορούσε να εξηγηθεί από αλλαγές στα διαγνωστικά κριτήρια και στον τρόπο καταγραφής των περιστατικών. Το εύρημα αυτό δείχνει πόσο σημαντικά μπορούν να επηρεάσουν τα ποσοστά διαγνώσεων οι αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο αναγνωρίζεται και καταγράφεται μια διαταραχή.

Αυτό, ωστόσο, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο υπερδιάγνωσης, καθώς τουλάχιστον στη Δανία υπάρχει ένα περιθώριο 40% που δεν εξηγείται από την αλλαγή των διαγνωστικών κριτηρίων. Φυσικά, ορισμένοι περιβαλλοντικοί αλλά και γονιδιακοί παράγοντες θα μπορούσαν να παίζουν ρόλο, εντούτοις ο κίνδυνος της υπερδιάγνωσης παραμένει, ιδίως σε περιπτώσεις που οι αξιολογήσεις είναι βιαστικές ή ανεπαρκείς και δεν εξετάζονται προσεκτικά άλλες πιθανές αιτίες των συμπτωμάτων.

Από την άλλη, σε πολλές χώρες, όπως είναι και η Ελλάδα, δεν υπάρχουν καν επαρκή δεδομένα που να εξηγούν το λόγο της αύξησης των περιστατικών αυτισμού και ΔΕΠΥ, καθώς και το ρόλο της αναθεώρησης των διαγνωστικών κριτηρίων, όπως αυτά που προαναφέραμε σχετικά με τη Δανία.

Σε κάθε περίπτωση, το βασικό πρόβλημα είναι ότι τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα δεν επιτρέπουν ακόμη να προσδιοριστεί με ακρίβεια η έκταση μιας πιθανής υπερδιάγνωσης.

Τελευταία τροποποίηση στις 09/10/2026 - 19:07