Γιατί κάποιοι πεινούν περισσότερο από άλλους; Τι δείχνει νέα μελέτη για το σωματικό λίπος

Γιατί κάποιοι πεινούν περισσότερο από άλλους; Τι δείχνει νέα μελέτη για το σωματικό λίπος
Quilia / Unsplash
Τρίτη, 13/10/2026 - 08:14

Το πού συσσωρεύεται το λίπος στο σώμα μπορεί να επηρεάζει την πείνα περισσότερο από την καθημερινή διατροφή.

Η γκρελίνη είναι μια ορμόνη που παράγεται κυρίως στο στομάχι και παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της πείνας και της ενεργειακής ισορροπίας. Στέλνει σήματα πείνας στον εγκέφαλο, ενεργοποιώντας μηχανισμούς που μας ωθούν να αναζητήσουμε και να καταναλώσουμε τροφή. Έτσι, τα επίπεδά της όταν είμαστε νηστικοί μπορεί να δείχνουν σε τι κατάσταση βρίσκεται ο οργανισμός μας από διατροφική και ενεργειακή άποψη σε βάθος χρόνου. Αντίστοιχα, όταν διαταράσσεται η λειτουργία της γκρελίνης, μπορεί να επηρεαστεί ο έλεγχος της όρεξης και η ικανότητα του οργανισμού να διατηρεί την ενεργειακή του ισορροπία.

Σε πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients, οι ερευνητές εξέτασαν πώς η διατροφή και η σύσταση του σώματος επηρεάζουν τα επίπεδα της γκρελίνης, τόσο με άδειο στομάχι όσο και μετά το φαγητό.

Πώς επηρεάζουν τη γκρελίνη η διατροφή και ο δείκτης μάζας σώματος

Στη συγκεκριμένη μελέτη, οι ερευνητές θέλησαν να διαπιστώσουν αν οι διατροφικές συνήθειες και η διατροφική κατάσταση ενός ατόμου σχετίζονται με αλλαγές στα επίπεδα της γκρελίνης. Εξέτασαν επίσης αν υπάρχει σχέση ανάμεσα στα επίπεδα της ορμόνης όταν κάποιος είναι νηστικός και στην ποσότητα θερμίδων και μακροθρεπτικών συστατικών που καταναλώνει, ανάλογα με το σωματικό του βάρος.

Για τον σκοπό αυτό, μέτρησαν τα επίπεδα της γκρελίνης μία, δύο, 3 και 4 ώρες αφότου οι συμμετέχοντες κατανάλωσαν ένα συγκεκριμένο γεύμα σε υγρή μορφή, το οποίο περιείχε περίπου 459 θερμίδες. Παράλληλα, εξέτασαν ποια χαρακτηριστικά της σύστασης του σώματος σχετίζονταν με τα επίπεδα της ορμόνης σε κατάσταση νηστείας.

Στη μελέτη συμμετείχαν 76 άτομα ηλικίας 40 έως 60 ετών, με δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) τουλάχιστον 18,5 kg/m². Κανένας από τους συμμετέχοντες δεν είχε ενδοκρινικές παθήσεις, διαταραχές στον μεταβολισμό της γλυκόζης, σοβαρά προβλήματα στο συκώτι ή τα νεφρά ή σοβαρές παθήσεις του γαστρεντερικού συστήματος. Επίσης, κανένας δεν είχε υποβληθεί σε βαριατρική επέμβαση ή άλλη χειρουργική επέμβαση στο γαστρεντερικό σύστημα, ούτε λάμβανε συμπληρώματα ή φάρμακα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις ορμόνες ή τον μεταβολισμό. Από τη μελέτη αποκλείστηκαν επίσης οι έγκυες και οι γυναίκες που θήλαζαν.

Οι ερευνητές αξιολόγησαν τη σύσταση του σώματος με εξέταση DXA, η οποία επιτρέπει τη μέτρηση του σωματικού λίπους και άλλων ιστών. Υπολόγισαν επίσης τον μεταβολικό ρυθμό ηρεμίας (RMR), δηλαδή την ενέργεια που καταναλώνει ο οργανισμός σε κατάσταση ηρεμίας, χρησιμοποιώντας την εξίσωση Mifflin–St Jeor. Οι συμμετέχοντες έδωσαν δείγματα αίματος, ώστε να μετρηθούν τα επίπεδα της ολικής γκρελίνης με άδειο στομάχι, μέσω της μεθόδου ραδιοανοσολογικής ανάλυσης (RIA). Επιπλέον, την εβδομάδα πριν από τις εξετάσεις, κατέγραψαν αναλυτικά τι έτρωγαν για 3 ημέρες, ώστε οι ερευνητές να υπολογίσουν την πρόσληψη θερμίδων και μακροθρεπτικών συστατικών.

Με βάση το βάρος τους, ο οποίος υπολογίστηκε από το ύψος και το βάρος τους, οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε 4 ομάδες: άτομα φυσιολογικού βάρους, υπέρβαρα άτομα, άτομα με παχυσαρκία βαθμού Ι και άτομα με παχυσαρκία βαθμού ΙΙ ή ΙΙΙ. Κάθε ομάδα αποτελούνταν από 19 άτομα.

Στη συνέχεια, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στατιστικά μοντέλα γραμμικής παλινδρόμησης για να εξετάσουν αν η συνήθης πρόσληψη θερμίδων και θρεπτικών συστατικών σχετιζόταν με τα επίπεδα της ολικής γκρελίνης σε κατάσταση νηστείας, ανάλογα με τη διατροφική κατάσταση των συμμετεχόντων. Χρησιμοποίησαν επίσης γραμμικά μοντέλα μικτών επιδράσεων για να αναλύσουν πώς μεταβάλλονταν τα επίπεδα της ορμόνης μετά το γεύμα στις διαφορετικές κατηγορίες βάρους.

Πώς άλλαξαν τα επίπεδα της γκρελίνης μετά το φαγητό

Η διάμεση τιμή της γκρελίνης σε κατάσταση νηστείας ήταν 667,8 pg/mL στους άνδρες και 845,9 pg/mL στις γυναίκες. Τα υψηλότερα επίπεδα καταγράφηκαν στα υπέρβαρα άτομα. Σε όλες τις κατηγορίες βάρους, οι γυναίκες είχαν υψηλότερα επίπεδα γκρελίνης από τους άνδρες, αλλά οι διαφορές δεν ήταν στατιστικά σημαντικές. Επίσης, δεν βρέθηκε σημαντική σχέση ανάμεσα στα επίπεδα της ορμόνης με άδειο στομάχι και στην ποσότητα θερμίδων, πρωτεϊνών, λιπαρών ή υδατανθράκων που κατανάλωναν οι συμμετέχοντες, σύμφωνα με τα ημερολόγια διατροφής τους.

Στα υπέρβαρα άτομα, όσο περισσότερους υδατάνθρακες κατανάλωναν συνήθως, τόσο χαμηλότερα έτειναν να είναι τα επίπεδα της ολικής γκρελίνης σε κατάσταση νηστείας. Ωστόσο, η σχέση αυτή δεν ήταν στατιστικά σημαντική στις υπόλοιπες ομάδες. Η συνολική ανάλυση έδειξε ότι το βάρος ενδέχεται να επηρεάζει αυτή τη σχέση, αλλά οι διαφορές μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών βάρους δεν επιβεβαιώθηκαν μετά την απαραίτητη στατιστική διόρθωση για τις πολλαπλές συγκρίσεις.

Στις γυναίκες, οι μεταβολές της γκρελίνης τις πρώτες ώρες μετά το γεύμα διέφεραν ανάλογα με το βάρος. Ωστόσο, η συνολική στατιστική ανάλυση δεν επιβεβαίωσε ότι η σχέση μεταξύ του βάρους και του χρόνου που είχε περάσει από το γεύμα ήταν σημαντική. Στους άνδρες, δεν διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές στην απόκριση της γκρελίνης μετά το φαγητό ανάλογα με το βάρος.

Σε όλες τις ομάδες, τα επίπεδα της γκρελίνης μειώθηκαν μία ώρα μετά την κατανάλωση του γεύματος, παρέμειναν χαμηλότερα από τις αρχικές τιμές και άρχισαν σταδιακά να επανέρχονται στα επίπεδα που είχαν πριν από το φαγητό, μέσα στις επόμενες 3 έως 4 ώρες. Οι υπέρβαρες γυναίκες και εκείνες με παχυσαρκία βαθμού Ι παρουσίασαν τη μεγαλύτερη αρχική μείωση της γκρελίνης. Ωστόσο, οι διαφορές αυτές μεταξύ των κατηγοριών βάρους θεωρήθηκαν προκαταρκτικά ευρήματα που χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση.

Πώς συνδέονται το βάρος και η κατανομή του σωματικού λίπους με τη γκρελίνη

Στους άνδρες, το χαμηλότερο ποσοστό λίπους στην περιοχή των γοφών και των μηρών συνδέθηκε με σημαντικά υψηλότερα επίπεδα γκρελίνης σε κατάσταση νηστείας. Στις γυναίκες, τόσο το βάρος όσο και η κατανομή του σωματικού λίπους εμφάνισαν συσχέτιση με τα επίπεδα της ορμόνης όταν εξετάστηκαν ξεχωριστά. Ωστόσο, όταν οι παράγοντες αναλύθηκαν συνολικά στο στατιστικό μοντέλο, η σχέση δεν ήταν στατιστικά σημαντική.

Οι διαφορές στα επίπεδα της γκρελίνης μεταξύ των κατηγοριών βάρους μπορεί να οφείλονται εν μέρει στον τρόπο με τον οποίο προσαρμόζεται ο οργανισμός όταν, για μεγάλο χρονικό διάστημα, λαμβάνει περισσότερη ενέργεια από αυτή που καταναλώνει. Στις γυναίκες, η οιστραδιόλη, μια μορφή οιστρογόνου, ενδέχεται επίσης να επηρεάζει την απόκριση στη γκρελίνη. Ωστόσο, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι η συγκεκριμένη μελέτη δεν εξέτασε άμεσα τις διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών στην απόκριση της ορμόνης μετά το γεύμα.

Η σύσταση του σώματος μπορεί να επηρεάζει τη γκρελίνη περισσότερο από το τι φάγαμε τις τελευταίες ημέρες

Τα επίπεδα της γκρελίνης όταν είμαστε νηστικοί φαίνεται ότι μπορεί να σχετίζονται περισσότερο με τα μακροχρόνια χαρακτηριστικά του μεταβολισμού και τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται το λίπος στο σώμα, παρά με τις θερμίδες ή τα μακροθρεπτικά συστατικά που καταναλώσαμε τις προηγούμενες ημέρες. Οι μεταβολές της ορμόνης τις πρώτες ώρες μετά το φαγητό έδειξαν επίσης ότι ενδέχεται να υπάρχουν διαφορές ανάλογα με το βάρος στις γυναίκες.

Ωστόσο, η μελέτη είχε ορισμένους περιορισμούς. Το δείγμα ήταν μικρό, τα ημερολόγια διατροφής κάλυπταν μόνο 3 ημέρες και οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα μόνο γεύμα σε υγρή μορφή για να αξιολογήσουν την απόκριση της γκρελίνης. Επιπλέον, όταν οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν ανά φύλο και κατηγορία βάρους, ορισμένες ομάδες περιλάμβαναν λιγότερα από 10 άτομα, γεγονός που περιόρισε ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία των στατιστικών συγκρίσεων. Οι ερευνητές μέτρησαν επίσης τη συνολική ποσότητα γκρελίνης, χωρίς να ξεχωρίσουν την ακυλιωμένη από τη μη ακυλιωμένη μορφή της, ενώ δεν έλαβαν υπόψη τη φάση του εμμηνορροϊκού κύκλου ή το αν οι γυναίκες βρίσκονταν στην εμμηνόπαυση.

Τελευταία τροποποίηση στις 13/10/2026 - 02:32