Οι γυναίκες με αυτοάνοσα νοσήματα έχουν σημαντικά περισσότερες πιθανότητες από τους άνδρες να λάβουν λανθασμένη διάγνωση ψυχιατρικής ή ψυχοσωματικής πάθησης, σύμφωνα με μελέτη στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 6.600 ασθενείς.
Τα αυτοάνοσα νοσήματα εμφανίζονται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται λανθασμένα στους ιστούς του ίδιου του οργανισμού. Σε αυτά περιλαμβάνονται παθήσεις όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, ο λύκος και η σκλήρυνση κατά πλάκας. Πολλά από αυτά τα νοσήματα εμφανίζονται συχνότερα στις γυναίκες.
Η διάγνωσή τους μπορεί να είναι δύσκολη, καθώς πολλά αυτοάνοσα νοσήματα προκαλούν αρχικά συμπτώματα όπως κόπωση, πόνο, διαταραχές ύπνου ή κακή διάθεση, τα οποία είναι συχνά και στον γενικό πληθυσμό. Επιπλέον, τα συμπτώματα μπορεί να επηρεάζουν διαφορετικά μέρη του σώματος και να αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου.
Αναλυτικά τι έδειξε η μελέτη
Στη διεθνή μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό eClinicalMedicine, οι ερευνητές εξέτασαν τις εμπειρίες 6.607 ατόμων με αυτοάνοσα νοσήματα από τη διαδικασία της διάγνωσής τους.
Αφού έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το είδος του νοσήματος, η ήπειρος διαμονής και η οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι γυναίκες είχαν σχεδόν 50% περισσότερες πιθανότητες από τους άνδρες να αναφέρουν λανθασμένη ψυχιατρική διάγνωση και σχεδόν 75% περισσότερες πιθανότητες να αναφέρουν λανθασμένη διάγνωση ψυχοσωματικής πάθησης.
Αντίθετα, οι άνδρες ανέφεραν ελαφρώς συχνότερα ότι είχαν διαγνωστεί λανθασμένα με κάποια άλλη σωματική πάθηση, σε ποσοστό 48%, έναντι 44% των γυναικών.
Η έρευνα σχεδιάστηκε με τη συμμετοχή ασθενών, φιλανθρωπικών οργανώσεων και επαγγελματιών υγείας και αναδεικνύει σημαντικές πτυχές της διαγνωστικής διαδικασίας, οι οποίες συχνά δεν καταγράφονται στους ιατρικούς φακέλους.
Η έρευνα έδειξε επίσης ότι οι γυναίκες αντιμετώπιζαν συχνότερα καθυστερήσεις μέχρι να διαγνωστούν σωστά και να λάβουν την κατάλληλη θεραπεία.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 43% των γυναικών ανέφερε ότι οι γιατροί είχαν αποδώσει στο παρελθόν τα συμπτώματά τους σε κάποια ψυχιατρική πάθηση, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στους άνδρες ήταν 33%. Επιπλέον, οι γυναίκες ανέφεραν συχνότερα ότι οι γιατροί είχαν θεωρήσει λανθασμένα τα συμπτώματά τους ψυχοσωματικά, δηλαδή ότι τα σωματικά συμπτώματα προκαλούνταν ή επιδεινώνονταν από ψυχολογικούς παράγοντες. Αυτό συνέβη στο 34% των γυναικών, έναντι 22% των ανδρών.
Η Shaista Tayabali, εκ των συγγραφέων της μελέτης, η οποία συμμετείχε στην έρευνα και ως εκπρόσωπος των ασθενών, επισήμανε: «Οι διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά τις λανθασμένες διαγνώσεις στα αυτοάνοσα νοσήματα είναι εντυπωσιακές. Το γεγονός ότι οι γυναίκες ανέφεραν περισσότερες λανθασμένες ψυχιατρικές και ψυχοσωματικές διαγνώσεις από τους άνδρες, αλλά λιγότερες λανθασμένες διαγνώσεις άλλων σωματικών παθήσεων, δείχνει ότι οι προκαταλήψεις λόγω φύλου, που έχουν τις ρίζες τους στο παρελθόν, εξακολουθούν να δυσκολεύουν τη διαδικασία της διάγνωσης.
»Παρόλο που χαρακτηρισμοί όπως η υστερία θεωρούνται πλέον ξεπερασμένοι και ευτυχώς χρησιμοποιούνται σπάνια, εμείς οι γυναίκες εξακολουθούμε συχνά να δυσκολευόμαστε περισσότερο να κάνουμε τους γιατρούς να πιστέψουν τα συμπτώματά μας και, κατά συνέπεια, να τα αντιμετωπίσουν σωστά».
Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι οι γυναίκες περίμεναν περισσότερο από την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων μέχρι να λάβουν τη διάγνωσή τους, ενώ χρειάζονταν και περισσότερες επισκέψεις σε γιατρούς και άλλους επαγγελματίες υγείας. Στους άνδρες, το συχνότερα αναφερόμενο διάστημα μέχρι τη διάγνωση ήταν λιγότερο από 3 μήνες, ενώ στις γυναίκες ήταν από ένα έως δύο χρόνια.
Η Melanie Sloan, ερευνήτρια στο Τμήμα Δημόσιας Υγείας και Πρωτοβάθμιας Φροντίδας του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, τόνισε: «Οι ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα μπορεί να εμφανίζουν συμπτώματα που αρχικά είναι δύσκολο να εξηγηθούν από ιατρικής πλευράς. Μερικές φορές μπορεί να περάσουν μήνες ή και χρόνια μέχρι να γίνει σαφές από ποια πάθηση προέρχονται. Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι οι γιατροί μπορεί να αποδώσουν υπερβολικά γρήγορα τα συμπτώματα σε ψυχολογικά αίτια ή προβλήματα ψυχικής υγείας. Αυτό συμβαίνει και στα δύο φύλα, αλλά η μελέτη μας δείχνει ότι οι γυναίκες μπορεί να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να λάβουν τέτοιου είδους λανθασμένες διαγνώσεις».
Τα υψηλά ποσοστά λανθασμένων ψυχιατρικών, ψυχοσωματικών και άλλων σωματικών διαγνώσεων που ανέφεραν τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες δείχνουν πόσο δύσκολη μπορεί να είναι η διάγνωση των αυτοάνοσων νοσημάτων, ιδιαίτερα εκείνων που δεν προκαλούν πολλά ορατά συμπτώματα ή δεν δίνουν σαφή ευρήματα στις εξετάσεις αίματος.
Η ερευνητική ομάδα καλεί τους γιατρούς να εξετάζουν το ενδεχόμενο ενός αυτοάνοσου νοσήματος προτού καταλήξουν σε ψυχιατρική ή ψυχοσωματική διάγνωση.
Ο David D'Cruz, καθηγητής και σύμβουλος ρευματολόγος στο νοσοκομείο Guy's Hospital, είπε: «Αυτό δεν σημαίνει ότι μια ψυχιατρική διάγνωση δεν μπορεί ποτέ να είναι σωστή. Κάποιος μπορεί να έχει ταυτόχρονα ένα αυτοάνοσο νόσημα και μια ψυχιατρική πάθηση. Επίσης, γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι τα ψυχιατρικά συμπτώματα μπορεί να αποτελούν μέρος ενός αυτοάνοσου νοσήματος, ιδιαίτερα σε παθήσεις όπως ο λύκος, που μπορεί να επηρεάσει άμεσα τον εγκέφαλο. Μπορεί ακόμη να αποτελούν μια απολύτως φυσιολογική αντίδραση στη ζωή με μια σοβαρή ασθένεια που αλλάζει την καθημερινότητα.
»Το σημαντικό είναι ότι, όταν τα συμπτώματα επιμένουν, αλλάζουν ή επηρεάζουν πολλά συστήματα του οργανισμού, οι γιατροί πρέπει να είναι ανοιχτοί σε διαφορετικές εξηγήσεις και να εξετάζουν το ενδεχόμενο να υπάρχει κάποιο αυτοάνοσο νόσημα που δεν έχει ακόμη διαγνωστεί. Και, φυσικά, να ακούν τους ασθενείς».
Η σημασία του να ακούν οι γιατροί τους ασθενείς
Σε αντίθεση με άλλες μελέτες που βασίζονται αποκλειστικά σε ιατρικούς φακέλους, η συγκεκριμένη έρευνα επικεντρώθηκε στις εμπειρίες των ίδιων των ασθενών κατά τη διαδικασία της διάγνωσης. Οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν πόσος χρόνος πέρασε από την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων μέχρι να διαγνωστούν, πόσες φορές επισκέφθηκαν γιατρούς και άλλους επαγγελματίες υγείας και ποιες διαγνώσεις είχαν λάβει πριν διαπιστωθεί ότι έπασχαν από αυτοάνοσο νόσημα.
Οι ερευνητές τόνισαν ότι οι εμπειρίες και οι απόψεις των ασθενών έχουν ιδιαίτερη σημασία όταν πρόκειται για νοσήματα με συμπτώματα που δεν είναι εύκολα ορατά ή για τα οποία δεν υπάρχει κάποια εξέταση που να μπορεί να επιβεβαιώσει με βεβαιότητα τη διάγνωση.
Η Wendy Diment, η οποία συμμετείχε στην έρευνα ως εκπρόσωπος των ασθενών, υπογράμμισε: «Οι περισσότερες μελέτες βασίζονται σε ιατρικούς φακέλους, αλλά αυτοί παρουσιάζουν μια πολύ μονόπλευρη εικόνα, καθώς οι απόψεις των ασθενών καταγράφονται εξαιρετικά σπάνια. Συχνά, μάλιστα, έχουμε διαφορετική άποψη από τους γιατρούς μας για το τι προκαλεί τα συμπτώματά μας. Επίσης, στους φακέλους δεν καταγράφεται πάντα πότε αρχίσαμε να αισθανόμαστε άρρωστοι ή οι δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε μέχρι να λάβουμε τη διάγνωσή μας. Και είναι εξαιρετικά απίθανο να διορθωθούν όταν αποδειχθεί στη συνέχεια ότι μια ψυχοσωματική διάγνωση, του τύπου ‘είναι όλα στο μυαλό σου’, ήταν λανθασμένη».
Πώς μπορεί να βελτιωθεί η διάγνωση
Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι γιατροί χρειάζεται να αναγνωρίζουν πότε δεν υπάρχουν ακόμη αρκετά στοιχεία για μια βέβαιη διάγνωση, να δίνουν σαφείς οδηγίες στους ασθενείς για το πότε πρέπει να επανεξεταστούν και να αξιολογούν ξανά προηγούμενες διαγνώσεις όταν εμφανίζονται νέα συμπτώματα ή προκύπτουν νέες πληροφορίες.
Τόνισαν επίσης πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει συνέχεια στην ιατρική παρακολούθηση και οι γιατροί να ακούν προσεκτικά όσα τους αναφέρουν οι ασθενείς, ιδιαίτερα όταν δεν έχει βρεθεί ακόμη σαφής εξήγηση για τα συμπτώματά τους.
Η Sloan κατέληξε: «Πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε γιατί υπάρχουν αυτές οι διαφορές, ώστε να μπορέσουμε να βρούμε αποτελεσματικές λύσεις. Το επόμενο βήμα μας είναι να εξετάσουμε τις εμπειρίες και τις προσωπικές ιστορίες που κρύβονται πίσω από αυτούς τους αριθμούς και να συνεργαστούμε με ασθενείς και γιατρούς για να βρούμε τρόπους να περιορίσουμε τις καθυστερήσεις στη διάγνωση και να βελτιώσουμε την περίθαλψη. Το να ακούμε τους ανθρώπους και να δίνουμε σημασία στις εμπειρίες και τις απόψεις τους πρέπει πάντα να αποτελεί μέρος τόσο της έρευνας όσο και της διαδικασίας διάγνωσης».








