Η παχυσαρκία στη μέση ηλικία αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση άνοιας αργότερα στη ζωή. Ωστόσο, η σχέση ανάμεσα στο σωματικό βάρος και την άνοια φαίνεται πως είναι πιο σύνθετη από ό,τι πιστεύαμε.
Ειδικότερα, ερευνητές από τις ΗΠΑ και τον Καναδά βρήκαν στοιχεία που δείχνουν ότι τα άτομα με αυξημένο σωματικό βάρος μπορεί να ζουν περισσότερο μετά τη διάγνωση της άνοιας.
Το εύρημα προκαλεί έκπληξη, καθώς η παχυσαρκία συνδέεται με πολλά προβλήματα υγείας, από την υψηλή αρτηριακή πίεση μέχρι διάφορες μορφές καρκίνου.
Όμως, η ανακάλυψη αυτή θα μπορούσε να βοηθήσει τους επιστήμονες να κατανοήσουν καλύτερα πώς εξελίσσεται η άνοια και με ποιους τρόπους θα μπορούσε να επιβραδυνθεί η εξέλιξή της.
Οι ερευνητές ανέλυσαν τα ιατρικά δεδομένα 4.523 ενηλίκων από τις ΗΠΑ, ηλικίας 51 ετών και άνω, οι οποίοι δεν είχαν άνοια όταν ξεκίνησε η μελέτη, αλλά εμφάνισαν τη νόσο στη συνέχεια.
Με βάση τον δείκτη μάζας σώματος (αναλογία βάρους/ύψους) που είχαν στην αρχή της μελέτης, οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε 4 κατηγορίες: άτομα με φυσιολογικό βάρος, υπέρβαρα άτομα, άτομα με παχυσαρκία 1ου βαθμού και άτομα με παχυσαρκία 2ου ή 3ου βαθμού.
Οι ασθενείς με άνοια που είχαν φυσιολογικό βάρος εμφάνιζαν μεγαλύτερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό «Journal of Alzheimer's Disease», κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, η οποία έφτασε έως και τα 20 χρόνια, τα άτομα με φυσιολογικό βάρος είχαν σημαντικά μεγαλύτερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ασθενείς με άνοια θα πρέπει να προσπαθήσουν να πάρουν βάρος ώστε να γίνουν υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, καθώς η μελέτη μας δεν σχεδιάστηκε για να εξετάσει κάτι τέτοιο», εξήγησε η Virginia Chang, ερευνήτρια στον τομέα της συμπεριφοράς στη Σχολή Παγκόσμιας Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης.
«Εντούτοις, τα ευρήματά μας δείχνουν ότι το σωματικό βάρος μπορεί να αποτελέσει έναν χρήσιμο δείκτη για την πρόβλεψη της επιβίωσης κατά τη στιγμή της διάγνωσης της άνοιας. Παράλληλα, ενισχύουν την άποψη ότι η διατροφή παίζει καθοριστικό ρόλο στην υγεία και την επιβίωση των ατόμων με άνοια».
Σε σύγκριση με τα άτομα που είχαν φυσιολογικό βάρος, οι υπέρβαροι συμμετέχοντες είχαν 16% χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου κατά τη διάρκεια της μελέτης.
Στα άτομα με παχυσαρκία 1ου βαθμού, ο κίνδυνος ήταν 27% χαμηλότερος, ενώ σε εκείνα με παχυσαρκία 2ου ή 3ου βαθμού ήταν 22% χαμηλότερος.
Οι διαφορές αυτές παρέμειναν ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη άλλους σημαντικούς παράγοντες που επηρεάζουν τον κίνδυνο θανάτου, όπως το φύλο, το μορφωτικό επίπεδο, η φυλή, η εθνοτική καταγωγή, το κάπνισμα και η ύπαρξη άλλων χρόνιων παθήσεων.
Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης το ενδεχόμενο τα αποτελέσματα να έχουν επηρεαστεί από παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε λανθασμένα συμπεράσματα. Για παράδειγμα, μελέτησαν το ιστορικό βάρους των συμμετεχόντων, ώστε να διαπιστώσουν εάν κάποια από τα άτομα με φυσιολογικό βάρος ήταν παλαιότερα υπέρβαρα και είχαν αδυνατίσει εξαιτίας προβλημάτων υγείας. Σε μια τέτοια περίπτωση, η ήδη επιβαρυμένη υγεία τους θα μπορούσε να εξηγεί τον αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Ωστόσο, ακόμη και μετά από αυτούς τους ελέγχους, η σχέση ανάμεσα στο αυξημένο βάρος και τη μεγαλύτερη επιβίωση παρέμεινε.
«Επειδή το συγκεκριμένο εύρημα είναι κάπως απροσδόκητο, ένα σημαντικό ερώτημα είναι εάν θα μπορούσε απλώς να οφείλεται σε σφάλματα που επηρεάζουν τα αποτελέσματα», ανέφερε η Yuan Zhang, ερευνήτρια γεροντολογίας στη Σχολή Δημόσιας Υγείας Mailman του Πανεπιστημίου Κολούμπια.
«Οι αναλύσεις μας δείχνουν ότι οι βασικές πιθανές πηγές σφάλματος που εξετάσαμε δεν μπορούν να εξηγήσουν το πλεονέκτημα επιβίωσης που συνδέεται με το αυξημένο σωματικό βάρος».
Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί τα άτομα με αυξημένο βάρος φαίνεται να έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης μετά τη διάγνωση της άνοιας.
Προς το παρόν, οι επιστήμονες δεν έχουν σαφή απάντηση. Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι η άνοια μπορεί να κάνει τους ασθενείς να παραλείπουν γεύματα ή να ξεχνούν να φάνε. Σε αυτή την περίπτωση, όσοι διαθέτουν μεγαλύτερα αποθέματα σωματικού λίπους ή μυϊκής μάζας ενδέχεται να επηρεάζονται λιγότερο.
«Η διατροφή μπορεί να αποτελέσει σοβαρό πρόβλημα για τα άτομα με άνοια», τόνισε η Chang.
«Μπορεί να παρουσιάσουν έντονη απώλεια βάρους και αδυναμία να τραφούν επαρκώς. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε αλλαγές στους μηχανισμούς του εγκεφάλου που ελέγχουν την επιθυμία για φαγητό, με αποτέλεσμα τη μειωμένη όρεξη και την έλλειψη πρωτοβουλίας για σίτιση, την αυξημένη κατανάλωση ενέργειας από τον οργανισμό και τη δυσκολία να φάνε χωρίς βοήθεια».
Η ιδέα αυτή δεν είναι εντελώς καινούργια. Το λεγόμενο «παράδοξο της παχυσαρκίας» έχει παρατηρηθεί και σε άτομα με καρδιακές παθήσεις ή παθήσεις των νεφρών.
Για να κατανοήσουν καλύτερα αυτή τη σχέση, οι επιστήμονες θα χρειαστεί να πραγματοποιήσουν περισσότερες μελέτες, παρακολουθώντας τις αλλαγές στο σωματικό βάρος και τις διατροφικές συνήθειες των ασθενών σε βάθος χρόνου.
Προς το παρόν, η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι το αυξημένο βάρος είναι αυτό που βοηθά τους ασθενείς με άνοια να ζουν περισσότερο. Επομένως, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα εάν το ίδιο το βάρος ευθύνεται για τη μεγαλύτερη επιβίωση. Πάντως, τα ευρήματα δείχνουν ότι η παρουσία παχυσαρκίας μπορεί να αποτελεί μια σημαντική ένδειξη για την πορεία της υγείας των ατόμων με άνοια.
«Παρότι δεν έχουμε κατανοήσει πλήρως τους μηχανισμούς που βρίσκονται πίσω από αυτή τη σχέση, τα ευρήματα δείχνουν ότι το σωματικό βάρος κατά τη διάγνωση μπορεί να αποτελέσει έναν χρήσιμο δείκτη για την πρόβλεψη της πορείας των ασθενών, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες», κατέληξαν οι ερευνητές.








