Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αιτίες θανάτου. Ωστόσο, τα επιστημονικά δεδομένα για τις επιπτώσεις της μικρής ή μέτριας κατανάλωσης παραμένουν αντικρουόμενα. Παρότι αρκετές χώρες έχουν θεσπίσει οδηγίες που καθορίζουν τις ποσότητες αλκοόλ που θεωρούνται χαμηλότερου κινδύνου, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει διευκρινίσει πιο πρόσφατα ότι καμία ποσότητα αλκοόλ δεν είναι ασφαλής. Οι διαφορετικές αυτές συστάσεις ενδέχεται να προκαλούν σύγχυση στους καταναλωτές.
Σε πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nutrition Journal, οι ερευνητές εξέτασαν τη σχέση ανάμεσα στην κατανάλωση αλκοόλ και τον κίνδυνο θανάτου.
Πώς έγινε η μελέτη
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από τη μεγάλη βρετανική βάση δεδομένων UK Biobank, προκειμένου να εξετάσουν πώς συνδέεται η κατανάλωση αλκοόλ, τόσο συνολικά όσο και ανά είδος ποτού, με τον κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία ή από συγκεκριμένες ασθένειες.
Από την ανάλυση αποκλείστηκαν όσοι είχαν σταματήσει να πίνουν αλκοόλ, όσοι είχαν ήδη διαγνωστεί με καρδιαγγειακή νόσο ή καρκίνο κατά την έναρξη της μελέτης, καθώς και όσοι δεν είχαν δώσει πλήρη στοιχεία για την κατανάλωση αλκοόλ.
Στην αρχή της μελέτης, οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια σχετικά με την κατανάλωση αλκοόλ, τα δημογραφικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά τους και τις καθημερινές τους συνήθειες. Μεταξύ άλλων, ανέφεραν πόσο συχνά έπιναν αλκοόλ και ποια ποσότητα κατανάλωναν κατά μέσο όρο από κάθε είδος ποτού.
Οι ερευνητές κατέγραψαν τους θανάτους μέσω των πιστοποιητικών θανάτου και προσδιόρισαν την κύρια αιτία τους.
Στην ανάλυσή τους έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, η φυλή, το φύλο, το μορφωτικό επίπεδο, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, το κάπνισμα, η σωματική δραστηριότητα, ο δείκτης μάζας σώματος, η ποιότητα της διατροφής, η κατάσταση της υγείας, το οικογενειακό ιατρικό ιστορικό και οι συνήθειες κατανάλωσης αλκοόλ.
Για κάθε είδος ποτού, συνέκριναν τον κίνδυνο θανάτου με εκείνον των ατόμων που έπιναν ελάχιστη ποσότητα ή καθόλου από το συγκεκριμένο ποτό, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την κατανάλωση άλλων αλκοολούχων ποτών.
Εξέτασαν παράλληλα πώς μεταβάλλεται ο κίνδυνος θανάτου ανάλογα με την ποσότητα αλκοόλ, καθώς και αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην κατανάλωση αλκοόλ μαζί με το φαγητό και στην κατανάλωση εκτός γευμάτων.
Υψηλή, χαμηλή και μέτρια κατανάλωση αλκοόλ - Πώς προσδιορίζονται
Στη συνέχεια, οι ερευνητές χώρισαν τους συμμετέχοντες σε ομάδες με βάση την ποσότητα καθαρού αλκοόλ που κατανάλωναν. Ως ομάδα αναφοράς χρησιμοποιήθηκαν όσοι δεν έπιναν καθόλου ή έπιναν περιστασιακά, καταναλώνοντας έως 20 γρ. καθαρού αλκοόλ την εβδομάδα. Για να καταλάβετε σε τι ποσότητα αντιστοιχεί αυτό, τα 20 γρ. καθαρού αλκοόλ ισοδυναμούν περίπου με μία μπίρα 500 ml, με περιεκτικότητα 5% σε αλκοόλ.
Ως μικρή κατανάλωση ορίστηκε η πρόσληψη άνω των 20 γρ. καθαρού αλκοόλ την εβδομάδα, αλλά όχι περισσότερων από 20 γρ. την ημέρα για τους άνδρες και 10 γρ. την ημέρα για τις γυναίκες.
Η μέτρια κατανάλωση αντιστοιχούσε σε περισσότερα από 20 έως 40 γρ. ημερησίως για τους άνδρες και σε περισσότερα από 10 έως 20 γρ. για τις γυναίκες. Ως υψηλή κατανάλωση ορίστηκε η πρόσληψη άνω των 40 γρ. την ημέρα για τους άνδρες και άνω των 20 γρ. για τις γυναίκες.
Οι επιπτώσεις της υψηλής και της μέτριας κατανάλωση αλκοόλ
Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 340.924 άτομα από τη UK Biobank, με μέση ηλικία περίπου 56 ετών. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, που διήρκεσε κατά μέσο όρο 13,4 χρόνια, καταγράφηκαν 22.381 θάνατοι.
Όσοι κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ ήταν πιο δραστήριοι σωματικά σε σύγκριση με εκείνους που δεν έπιναν καθόλου ή έπιναν περιστασιακά. Ειδικότερα, όσοι έπιναν μεγάλες ποσότητες μπίρας ή μηλίτη ήταν συχνότερα άνδρες, ασκούνταν περισσότερο, αλλά είχαν χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο και λιγότερο ποιοτική διατροφή σε σχέση με όσους δεν έπιναν ή έπιναν περιστασιακά.
Η υψηλή συνολική κατανάλωση αλκοόλ συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία, από καρκίνο, από καρδιαγγειακά νοσήματα και από άλλες αιτίες, σε σύγκριση με τη μηδενική ή περιστασιακή κατανάλωση.
Η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ συνδέθηκε μόνο με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από καρκίνο. Αντίθετα, όσοι έπιναν μικρές ποσότητες αλκοόλ παρουσίαζαν χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου από άλλες αιτίες.
Τι ρόλο έπαιζε το είδος του ποτού
Όσον αφορά το είδος του ποτού, η υψηλή κατανάλωση μπίρας ή μηλίτη συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο θανάτου τόσο συνολικά όσο και από συγκεκριμένες αιτίες.
Μάλιστα, ακόμη και η μικρή κατανάλωση μπίρας ή μηλίτη συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από καρκίνο.
Στην περίπτωση των αποσταζόμενων ποτών όπως το ουίσκι, η βότκα και το τζιν, ακόμη και η μικρή κατανάλωση συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία και από συγκεκριμένες αιτίες. Το ίδιο παρατηρήθηκε και όταν οι ερευνητές εξέτασαν μαζί τη μέτρια και την υψηλή κατανάλωση αυτών των ποτών.
Διαφορετική ήταν η εικόνα για το κρασί. Η μικρή κατανάλωσή του συνδέθηκε με χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου τόσο συνολικά όσο και από συγκεκριμένες αιτίες. Εντούτοις, η υψηλή κατανάλωση κρασιού συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από καρκίνο.
Ειδικότερα, η μικρή ή μέτρια κατανάλωση κόκκινου κρασιού συνδέθηκε με χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία, από καρδιαγγειακά νοσήματα και από άλλες αιτίες. Αντίθετα, η υψηλή κατανάλωση κόκκινου κρασιού συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο θανάτου συνολικά και από καρκίνο.
Η υψηλή κατανάλωση λευκού κρασιού συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία, από καρκίνο και από άλλες αιτίες. Παράλληλα, η υψηλή κατανάλωση ενισχυμένων κρασιών, δηλαδή κρασιών στα οποία έχει προστεθεί επιπλέον αλκοόλ, συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο θανάτου συνολικά και από άλλες αιτίες.
Οι ερευνητές εξέτασαν επιπλέον 20 διαφορετικές κατηγορίες καρκίνου, ανάλογα με το όργανο ή το σημείο του σώματος στο οποίο εμφανίστηκε η νόσος.
Διαπίστωσαν ότι η συνολική κατανάλωση αλκοόλ ή η κατανάλωση συγκεκριμένων αλκοολούχων ποτών συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο θανάτου σε 15 από αυτές τις κατηγορίες, ακόμη και αφού έγιναν οι απαραίτητες στατιστικές διορθώσεις για τις πολλαπλές συγκρίσεις.
Μεταξύ αυτών ήταν οι καρκίνοι της κεφαλής και του τραχήλου, του αναπνευστικού και του πεπτικού συστήματος, του συκωτιού και της χοληδόχου κύστης, οι αιματολογικοί καρκίνοι, καθώς και οι καρκίνοι του μαστού και των γεννητικών οργάνων.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα αφορούσε το πότε καταναλώνεται το αλκοόλ. Όσοι έπιναν μερικές φορές ή συνήθως μαζί με το φαγητό παρουσίαζαν χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου. Αντίθετα, η κατανάλωση αλκοόλ εκτός γευμάτων συνδέθηκε με εντονότερη αύξηση του κινδύνου θανάτου όταν οι ποσότητες ήταν μεγάλες.
Οι ξεχωριστές αναλύσεις έδειξαν ότι η σχέση ανάμεσα στη συνολική κατανάλωση αλκοόλ και στον κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία ήταν ισχυρότερη στους άνδρες, στους νεότερους συμμετέχοντες, στους καπνιστές και σε όσους δεν είχαν παχυσαρκία.
Πάντως, επειδή πρόκειται για μελέτη παρατήρησης, τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν ότι η κατανάλωση αυτών των ποτών προκαλεί άμεσα την αύξηση του κινδύνου. Αντίστοιχα, το γεγονός ότι όσοι έπιναν κρασί παρουσίαζαν χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου δεν σημαίνει ότι το κρασί έχει προστατευτική δράση.








