Η βιταμίνη D παίζει βασικό ρόλο στην απορρόφηση του ασβεστίου από τον οργανισμό. Χωρίς επαρκή βιταμίνη D, μπορεί να μειωθεί η οστική πυκνότητα και να εμφανιστεί οστεοπόρωση, δηλαδή εύθραυστα οστά.
Σύμφωνα με έρευνες, οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα από τους άνδρες να εμφανίσουν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D.
Σύμφωνα με τη Natalie So, κλινική επόπτρια φαρμακευτικών υπηρεσιών στο MedStar Georgetown University Hospital, υπάρχουν αρκετοί λόγοι που συμβαίνει αυτό.
Ένας παράγοντας είναι οι ορμονικές διακυμάνσεις. Οι γυναίκες έχουν συνήθως περισσότερα οιστρογόνα στον οργανισμό τους και η συγκεκριμένη ορμόνη παίζει σημαντικό ρόλο στον μεταβολισμό της βιταμίνης D. Τα οιστρογόνα ενεργοποιούν ένα ένζυμο που μετατρέπει τη βιταμίνη D σε ενεργή μορφή, την οποία μπορεί να αξιοποιήσει ο οργανισμός», εξήγησε η ίδια στο Very Well Health.
Οι γυναίκες που βρίσκονται στην εμμηνόπαυση και οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες είναι πιο ευάλωτες στην ανεπάρκεια βιταμίνης D, επειδή τα επίπεδα των οιστρογόνων μειώνονται κατά την εμμηνόπαυση. Αυτό συμβάλλει στη μειωμένη ενεργοποίηση της βιταμίνης D, στα χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D, στη μειωμένη απορρόφηση ασβεστίου και στην απώλεια οστικής μάζας.
Οι ανάγκες σε βιταμίνη D μπορεί επίσης να αυξηθούν κατά την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό, ώστε να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες της μητέρας σε ασβέστιο και να υποστηριχθεί η σκελετική ανάπτυξη του εμβρύου.
Οι γυναίκες τείνουν επίσης να εμφανίζουν συχνότερα παθήσεις που συνδέονται με ανεπάρκεια βιταμίνης D, όπως η οστεοπόρωση. Εκ φύσεως, οι γυναίκες έχουν χαμηλότερη οστική πυκνότητα από τους άνδρες και χάνουν οστική μάζα πιο γρήγορα με την ηλικία. Αυτό αυξάνει την ανάγκη για βιταμίνη D, ώστε να υποστηρίζεται η απορρόφηση του ασβεστίου.
«Η βιταμίνη D είναι λιποδιαλυτή βιταμίνη και οι γυναίκες έχουν εκ φύσεως υψηλότερο ποσοστό σωματικού λίπους από τους άνδρες. Τα άτομα με υψηλότερο ποσοστό σωματικού λίπους αποθηκεύουν περισσότερη βιταμίνη D στον λιπώδη ιστό, γεγονός που μειώνει τη διαθεσιμότητά της στην κυκλοφορία του αίματος», τόνισε η So.
Οι γυναίκες μπορεί επίσης να περνούν περισσότερο χρόνο σε εσωτερικούς χώρους, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων ή ρόλων φροντίδας, να χρησιμοποιούν περισσότερο αντηλιακό ή να φορούν ρούχα όπως μακριά φορέματα, τα οποία μειώνουν την έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία και οδηγούν σε χαμηλότερη παραγωγή βιταμίνης D.
Πρέπει, λοιπόν, να ελέγχουμε προληπτικά τα επίπεδα βιταμίνης D;
«Οι γυναίκες πρέπει να αισθάνονται άνετα να ζητούν οι ίδιες έλεγχο των επιπέδων βιταμίνης D. Η βιταμίνη D συνήθως δεν περιλαμβάνεται σε μια τυπική εξέταση αίματος. Επειδή οι γυναίκες είναι πιο επιρρεπείς στην ανεπάρκεια βιταμίνης D, είναι καλό να μιλήσετε με τον γιατρό σας για το ενδεχόμενο να ελέγξετε τα επίπεδά σας», απάντησε η ειδικός.
Πώς μπορούμε να βεβαιωθούμε ότι λαμβάνουμε αρκετή βιταμίνη D;
«Η έκθεση σε εξωτερικούς χώρους και στο ηλιακό φως μπορεί να σας βοηθήσει να αρχίσετε να καλύπτετε τις ανάγκες σας σε βιταμίνη D. Το δέρμα παράγει βιταμίνη D όταν εκτίθεται στις υπεριώδεις ακτίνες, επομένως η έκθεση στον ήλιο βοηθά στην αύξηση της παραγωγής της.
Μπορούμε να λάβουμε κάποια ποσότητα βιταμίνης D από τη διατροφή. Ωστόσο, μόνο λίγες τροφές, όπως οι κρόκοι αυγών, τα ψάρια και το συκώτι, περιέχουν φυσικά βιταμίνη D. Τα τρόφιμα που είναι εμπλουτισμένα με βιταμίνη D, όπως το γάλα και το γιαούρτι, μπορούν να βοηθήσουν στην κάλυψη των αναγκών σας.
Ο τρίτος τρόπος για να λάβετε βιταμίνη D είναι μέσω συμπληρωμάτων. Επειδή τα συμπληρώματα βιταμίνης D είναι λιποδιαλυτά, η λήψη τους μαζί με ένα γεύμα ή σνακ μπορεί να ενισχύσει την απορρόφηση.
Όταν εξετάζετε το ενδεχόμενο λήψης συμπληρωμάτων, να θυμάστε ότι οι ανάγκες σε βιταμίνη D διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία. Γενικά, τα άτομα ηλικίας 1 έως 70 ετών χρειάζονται 600 διεθνείς μονάδες (IU) και τα άτομα άνω των 71 ετών χρειάζονται 800 IU την ημέρα», κατέληξε η So.








