Vegan διατροφή: Η απρόσμενη επίδρασή της στα βακτήρια του εντέρου

Vegan διατροφή: Η απρόσμενη επίδρασή της στα βακτήρια του εντέρου
Pexels
Σάββατο, 07/11/2026 - 08:14

Μια νέα μελέτη αποκαλύπτει ότι όσοι ακολουθούν vegan διατροφή παρουσιάζουν μικρότερη ποικιλομορφία βακτηρίων στο έντερο.

Η φυτική διατροφή θεωρείται ευρέως ωφέλιμη για την υγεία του εντέρου, καθώς οι φυτικές ίνες αποτελούν βασική τροφή για τα ευεργετικά βακτήρια του εντερικού μικροβιώματος. Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες ανέμεναν ότι οι άνθρωποι που ακολουθούν vegan διατροφή θα είχαν μεγαλύτερη ποικιλία εντερικών μικροοργανισμών σε σχέση με όσους καταναλώνουν τόσο φυτικά όσο και ζωικά προϊόντα. Τα αποτελέσματα, ωστόσο, μιας νέας μελέτης ανέτρεψαν αυτή την προσδοκία.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε 150 υγιείς ενήλικες στη Δανία και έδειξε ότι οι vegans είχαν μικρότερη ποικιλομορφία βακτηρίων στο έντερό τους, παρά το γεγονός ότι κατανάλωναν περισσότερες φυτικές ίνες. Παράλληλα, παρουσίαζαν καλύτερες επιδόσεις σε αρκετούς δείκτες μεταβολικής υγείας.

Επικεφαλής της μελέτης ήταν ο καθηγητής Oluf Borbye Pedersen από το Κέντρο Βασικής Μεταβολικής Έρευνας του Ιδρύματος Novo Nordisk, στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης. Όπως ανέφερε, τα ευρήματα αποτέλεσαν μεγάλη έκπληξη για την επιστημονική ομάδα, καθώς οι ερευνητές περίμεναν ότι η αυξημένη κατανάλωση φυτικών τροφών θα συνδεόταν με μεγαλύτερη βακτηριακή ποικιλομορφία.

Πώς πραγματοποιήθηκε η μελέτη

Στην έρευνα συμμετείχαν 150 ενήλικες ηλικίας 18 έως 65 ετών, οι οποίοι κατοικούσαν σε αστικές περιοχές της Δανίας. Οι 75 ακολουθούσαν vegan διατροφή για τουλάχιστον έναν χρόνο, με μέση διάρκεια περίπου έξιμισι χρόνια, ενώ οι υπόλοιποι 75 κατανάλωναν τόσο φυτικά όσο και ζωικά προϊόντα.

Οι ερευνητές απέκλεισαν από τη μελέτη άτομα με παθήσεις του εντέρου, εγκύους, γυναίκες που θήλαζαν, καθώς και όσους είχαν λάβει αντιβιοτικά ή προβιοτικά κατά τους προηγούμενους τρεις μήνες.

Για τέσσερις ημέρες, οι συμμετέχοντες κατέγραφαν με ακρίβεια όλα τα τρόφιμα που κατανάλωναν, ζυγίζοντας κάθε γεύμα και σνακ. Η καταγραφή περιλάμβανε δύο εργάσιμες ημέρες και δύο ημέρες του Σαββατοκύριακου. Παράλληλα, έδωσαν δείγματα κοπράνων, αίματος και ούρων, τα οποία αναλύθηκαν από ερευνητικές ομάδες στη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, προκειμένου να εντοπιστούν οι μικροοργανισμοί και διάφορα μεταβολικά προϊόντα.

Ο ρόλος της πρωτεΐνης στην ποικιλομορφία του εντέρου

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορούσε την πρόσληψη πρωτεΐνης. Παρότι οι δύο ομάδες κατανάλωναν περίπου τις ίδιες θερμίδες, η πρωτεΐνη αντιστοιχούσε στο 12% των συνολικών θερμίδων των vegans, έναντι 17% στην ομάδα που κατανάλωνε κρέας.

Από την άλλη πλευρά, οι vegans προσλάμβαναν σχεδόν 70% περισσότερες φυτικές ίνες, αλλά εμφάνιζαν μικρότερη ποικιλία εντερικών βακτηρίων στις περισσότερες μετρήσεις.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε το γεγονός ότι μεταξύ των vegans, όσοι κατανάλωναν περισσότερη πρωτεΐνη έτειναν να έχουν μεγαλύτερο αριθμό διαφορετικών βακτηριακών ειδών στο έντερό τους. Αντίθετα, δεν παρατηρήθηκε αντίστοιχη συσχέτιση με την πρόσληψη φυτικών ινών.

Επιπλέον, όσοι ακολουθούσαν vegan διατροφή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα παρουσίαζαν επίσης μεγαλύτερη βακτηριακή ποικιλομορφία.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η πρόσληψη πρωτεΐνης, η διάρκεια της vegan διατροφής και η ηλικία εξηγούσαν περίπου το ένα τρίτο των διαφορών στον αριθμό των βακτηριακών ειδών μεταξύ των συμμετεχόντων που ακολουθούσαν φυτική διατροφή. Ωστόσο, απαιτούνται περισσότερες έρευνες για να διευκρινιστεί εάν η χαμηλότερη πρόσληψη πρωτεΐνης ευθύνεται πράγματι για τη μικρότερη ποικιλομορφία.

Ποια βακτήρια εντοπίστηκαν στο έντερο

Οι επιστήμονες εντόπισαν 109 βακτηριακά είδη των οποίων η παρουσία διέφερε μεταξύ των δύο ομάδων. Από αυτά, τα 82 εμφανίζονταν συχνότερα στους συμμετέχοντες που κατανάλωναν κρέας, ενώ τα 27 ήταν πιο συνηθισμένα στους vegans. Πολλά από τα βακτήρια που εντοπίστηκαν συχνότερα στην ομάδα των vegans συνδέονταν με την υψηλότερη πρόσληψη φυτικών ινών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι δύο βακτηριακά είδη, τα Streptococcus thermophilus και Lactococcus lactis, τα οποία εμφανίζονταν συχνότερα στους κρεατοφάγους, εντοπίζονται επίσης σε γαλακτοκομικά προϊόντα.

Για την αξιολόγηση των μικροοργανισμών, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μια επιστημονική κατάταξη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature το 2025 και βασίζεται στη συσχέτιση συγκεκριμένων βακτηρίων με την καρδιαγγειακή και μεταβολική υγεία.

Από τα 16 βακτηριακά είδη που αξιολογήθηκαν ως συχνότερα στους vegans, τα 13 συνδέονταν με ευνοϊκότερους δείκτες υγείας. Αντίστοιχα, από τα 66 είδη που εμφανίζονταν συχνότερα στους κρεατοφάγους, τα 28 κατατάσσονταν στην ίδια κατηγορία.

Μάλιστα, οι vegans που βρίσκονταν στην υψηλότερη τρίτη ομάδα ως προς την πρόσληψη πρωτεΐνης παρουσίαζαν μεγαλύτερη παρουσία βακτηρίων που σχετίζονται με θετικούς δείκτες υγείας.

Όπως εξήγησε ο καθηγητής Pedersen, παρά τη μικρότερη βακτηριακή ποικιλομορφία, το εντερικό μικροβίωμα των vegans παρουσίαζε συνολικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με την προαγωγή της υγείας.

Τι έδειξαν οι εξετάσεις αίματος

Τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων ανέδειξαν αρκετές διαφορές υπέρ της ομάδας που ακολουθούσε vegan διατροφή. Συγκεκριμένα, οι συμμετέχοντες είχαν χαμηλότερα επίπεδα σακχάρου στο αίμα σε δύο καθιερωμένες εξετάσεις, καθώς και χαμηλότερη ολική χοληστερόλη και LDL, γνωστή και ως «κακή» χοληστερόλη.

Παράλληλα, παρουσίαζαν μικρότερο αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων και χαμηλότερα επίπεδα C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP), ενός δείκτη που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της φλεγμονής στον οργανισμό.

Αντίθετα, η αρτηριακή πίεση ήταν παρόμοια στις δύο ομάδες, όπως και το σωματικό τους μέγεθος.

Οι συμμετέχοντες που κατανάλωναν κρέας εμφάνιζαν επίσης υψηλότερα επίπεδα δύο ουσιών στα ούρα τους, οι οποίες παράγονται με τη συμβολή των εντερικών βακτηρίων. Μεταξύ αυτών ήταν η TMAO, μια ένωση που έχει συσχετιστεί σε προηγούμενες μελέτες με καρδιαγγειακές παθήσεις και χρόνια νεφρική νόσο.

Ωστόσο, στη συγκεκριμένη έρευνα δεν διαπιστώθηκε σαφής σύνδεση των ουσιών αυτών με τη χοληστερόλη ή άλλους δείκτες υγείας, αφού ελήφθησαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο και το σωματικό μέγεθος.

Άλλα ενδιαφέροντα ευρήματα για το εντερικό μικροβίωμα

Παρά τις διαφορές στη σύνθεση των βακτηρίων, οι δύο ομάδες παρουσίαζαν σχεδόν πανομοιότυπα βακτηριακά γονίδια ως προς τις λειτουργίες τους. Από τα 320 σύνολα γονιδίων που εξετάστηκαν, μόνο τέσσερα παρουσίαζαν διαφορές. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν γονίδια που σχετίζονται με τη διάσπαση δομικών συστατικών των πρωτεϊνών και την αντοχή στα αντιβιοτικά.

Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης τους ιούς που προσβάλλουν τα βακτήρια, γνωστούς ως βακτηριοφάγους. Οι vegans παρουσίαζαν μικρότερη ποικιλία ιών που καταστρέφουν τα βακτήρια που μολύνουν. Αντίθετα, οι ιοί που μπορούν να παραμένουν μέσα στα βακτήρια χωρίς να τα καταστρέφουν εμφανίζονταν σε παρόμοια επίπεδα και στις δύο ομάδες.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η μικρότερη παρουσία καταστροφικών ιών ενδέχεται να συμβάλλει στη διατήρηση μιας πιο σταθερής μικροβιακής κοινότητας στο έντερο, καθώς περιορίζεται η καταστροφή και η αντικατάσταση των βακτηρίων.

Ένα επιπλέον εύρημα αφορούσε το Blastocystis, έναν μονοκύτταρο οργανισμό που εντοπίστηκε σε 27 από τους 75 vegans και σε 14 από τους 75 συμμετέχοντες που κατανάλωναν κρέας.

Μεταξύ των vegans, όσοι έφεραν τον συγκεκριμένο οργανισμό παρουσίαζαν χαμηλότερη συστολική αρτηριακή πίεση, δηλαδή τη μεγαλύτερη τιμή της μέτρησης, ακόμη και μετά την προσαρμογή των αποτελεσμάτων ως προς την ηλικία, το φύλο και το σωματικό μέγεθος. Αντίθετα, στην ομάδα των κρεατοφάγων δεν παρατηρήθηκε ουσιαστική διαφορά στην αρτηριακή πίεση ανάλογα με την παρουσία του μικροοργανισμού.

Οι συγγραφείς της μελέτης εκτιμούν ότι το Blastocystis ενδέχεται να αποτελεί ένδειξη ενός πιο υγιούς εντερικού περιβάλλοντος. Μάλιστα, προηγούμενη μελέτη του 2024, στην οποία συμμετείχαν σχεδόν 57.000 άτομα από 32 χώρες, είχε συνδέσει την παρουσία του με πιο υγιεινές διατροφικές συνήθειες και καλύτερους δείκτες καρδιαγγειακής και μεταβολικής υγείας.

Ωστόσο, στη συγκεκριμένη έρευνα ο οργανισμός εντοπίστηκε μόνο μέσω ανάλυσης DNA στα κόπρανα, χωρίς να πραγματοποιηθεί δεύτερη εργαστηριακή εξέταση για την επιβεβαίωση της παρουσίας του.

Ποιοι είναι οι περιορισμοί της μελέτης

Παρά τα ενδιαφέροντα ευρήματα, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μελέτη έχει ορισμένους περιορισμούς που πρέπει να ληφθούν υπόψη.

Αρχικά, οι μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν μόνο μία φορά για κάθε συμμετέχοντα, ενώ οι επιστήμονες εξέτασαν διατροφικές συνήθειες που ήδη υπήρχαν, χωρίς να παρέμβουν σε αυτές. Επομένως, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν συσχετίσεις, αλλά δεν αποδεικνύουν ότι η διατροφή προκαλεί άμεσα τις συγκεκριμένες αλλαγές στο εντερικό μικροβίωμα.

Επιπλέον, δεν είναι σαφές εάν η υψηλότερη πρόσληψη πρωτεΐνης οδηγεί σε μεγαλύτερη βακτηριακή ποικιλομορφία ή εάν άλλοι παράγοντες που σχετίζονται με τις διατροφικές συνήθειες των συμμετεχόντων εξηγούν τη συγκεκριμένη παρατήρηση.

Τέλος, η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε σχετικά μικρό δείγμα 150 υγιών ενηλίκων στη Δανία, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν φυσιολογικό σωματικό βάρος. Συνεπώς, τα αποτελέσματα δεν μπορούν να γενικευτούν με βεβαιότητα στον συνολικό πληθυσμό.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα για τη vegan διατροφή

Σύμφωνα με τον καθηγητή Pedersen, τα αποτελέσματα δεν αποτελούν βάση για τη διατύπωση συγκεκριμένων διατροφικών συστάσεων. Αναδεικνύουν, ωστόσο, τη σημασία της επαρκούς πρόσληψης θρεπτικών συστατικών, ανεξάρτητα από το διατροφικό πρότυπο που ακολουθείτε.

Ειδικά εάν ακολουθείτε vegan διατροφή, είναι σημαντικό να φροντίζετε ώστε να καλύπτετε τις καθημερινές ανάγκες σας σε πρωτεΐνη, καθώς δεν καταναλώνετε κρέας, αυγά ή γαλακτοκομικά προϊόντα.

Καλές φυτικές πηγές πρωτεΐνης αποτελούν τα φασόλια, οι φακές, οι σπόροι κάνναβης, οι σπόροι chia, η κινόα, τα αμύγδαλα και οι υπόλοιποι ξηροί καρποί.

Η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Microbiome, αμφισβητεί την αντίληψη ότι η μεγαλύτερη ποικιλομορφία του εντερικού μικροβιώματος σημαίνει απαραίτητα και καλύτερη υγεία. Παρότι η πρόσληψη πρωτεΐνης φαίνεται να διαδραματίζει κάποιον ρόλο, απαιτούνται περαιτέρω έρευνες για να κατανοήσουν οι επιστήμονες πώς ακριβώς η vegan διατροφή επηρεάζει τα βακτήρια του εντέρου και ποιες είναι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτών των αλλαγών στην υγεία.

Τελευταία τροποποίηση στις 07/11/2026 - 02:34