Είναι τα τεχνητά γλυκαντικά χειρότερα από τη ζάχαρη; - Ένας ειδικός απαντά

Είναι τα τεχνητά γλυκαντικά χειρότερα από τη ζάχαρη; - Ένας ειδικός απαντά
Immo Wegmann / Unsplash
Παρασκευή, 14/08/2026 - 08:03

Πρόσφατη μελέτη συνέδεσε τις τεχνητές γλυκαντικές ουσίες με τη γνωστική εξασθένηση, όμως σοβαρά μεθοδολογικά και μαθηματικά προβλήματα θέτουν υπό αμφισβήτηση τα ευρήματά της.

Οι τεχνητές γλυκαντικές ουσίες βρίσκονται σχεδόν συνεχώς στην επικαιρότητα. Αν πιστέψετε τους τίτλους των δημοσιευμάτων, είναι εξαιρετικά επιβλαβείς για την υγεία μας και πολύ χειρότερες από τη ζάχαρη που αντικαθιστούν.

Αυτό, όμως, δεν υποστηρίζεται πάντα από τα επιστημονικά στοιχεία. Παρ’ όλα αυτά, είναι κάτι που μας αρέσει να ακούμε και έτσι γίνεται θέμα σχεδόν κάθε εβδομάδα, ανεξάρτητα από το τι δείχνουν πραγματικά τα δεδομένα.

Ο τελευταίος θόρυβος γύρω από τις τεχνητές γλυκαντικές ουσίες αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Εδώ και μήνες, δημοσιεύματα υποστηρίζουν ότι οι τεχνητές γλυκαντικές ουσίες επιταχύνουν την έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών.

Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, 6 από αυτές τις «επικίνδυνες χημικές ουσίες», μεταξύ των οποίων ευρέως χρησιμοποιούμενες γλυκαντικές ουσίες όπως η ξυλιτόλη και η ασπαρτάμη, ενδέχεται να προκαλούν ταχύτερη φθορά του εγκεφάλου μας.

«Όλα αυτά είναι ακόμη πιο αξιοσημείωτα, αν αναλογιστείτε ότι η μελέτη δεν δείχνει στην πραγματικότητα πως οι τεχνητές γλυκαντικές ουσίες προκαλούν κάποιο πρόβλημα. Η ίδια η έρευνα είναι μια πολύ απλή μελέτη παρατήρησης», εξήγησε ο επιδημιολόγος με εξειδίκευση στον τομέα των χρόνιων παθήσεων Γκίντεον Μέγιεροβιτς Κατζ, μιλώντας στο Science Daily.

Οι συγγραφείς χρησιμοποίησαν δεδομένα από μια ομάδα δημοσίων υπαλλήλων στη Βραζιλία, η οποία συμμετείχε στη μελέτη ELSA. Πρόκειται για μια διαχρονική μελέτη, στο πλαίσιο της οποίας οι ερευνητές αξιολόγησαν σε βάθος χρόνου τη λειτουργία του εγκεφάλου των συμμετεχόντων, χρησιμοποιώντας μια καθιερωμένη σειρά δοκιμασιών.

Στην αρχή της μελέτης, οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν επίσης πολύ αναλυτικά ερωτηματολόγια σχετικά με τη ζωή τους. Σε αυτά περιλαμβανόταν και το λεγόμενο ερωτηματολόγιο συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων, το οποίο καταγράφει τι δηλώνουν οι συμμετέχοντες ότι τρώνε και όχι τι τρώνε πραγματικά.

Οι συγγραφείς εξέτασαν αν υπήρχε συσχέτιση ανάμεσα στην κατανάλωση γλυκαντικών ουσιών που ανέφεραν οι συμμετέχοντες, όπως αυτή υπολογίστηκε μέσα από τα ερωτηματολόγια συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων, και στην έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών, η οποία αξιολογήθηκε με 4 διαφορετικές κλίμακες.

Τα περισσότερα από αυτά τα ερωτηματολόγια ζητούν από τους συμμετέχοντες να θυμηθούν τι έτρωγαν κατά τους προηγούμενους 12 μήνες. Είναι, όμως, σπάνιο να μπορεί κάποιος να θυμηθεί με ακρίβεια τι κατανάλωσε σε ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η ανάλυση βασίζεται επίσης στην παραδοχή ότι οι διατροφικές συνήθειες των συμμετεχόντων δεν άλλαξαν κατά τη διάρκεια της μελέτης.

Οι συγγραφείς είχαν στη διάθεσή τους μόνο ένα ερωτηματολόγιο συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων για κάθε συμμετέχοντα. Επομένως, αν κάποιος άλλαξε τη διατροφή του κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι ερευνητές δεν είχαν κανέναν τρόπο να το γνωρίζουν.

Όπως επισημάνθηκε και σε επιστολές που στάλθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό, υπάρχουν επίσης σοβαρά ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός είναι βιολογικά εύλογος.

«Ορισμένες από τις γλυκαντικές ουσίες είναι φυσικής προέλευσης, μία από αυτές είναι στην πραγματικότητα μια πολύ σπάνια μορφή σακχάρου, ενώ όλες έχουν εντελώς διαφορετική μοριακή δομή. Θα ήταν εξαιρετικά απίθανο όλες αυτές οι διαφορετικές χημικές ουσίες να επηρεάζουν τον εγκέφαλο με τον ίδιο τρόπο.

Υπάρχει επίσης το πρόβλημα της αντίστροφης αιτιότητας. Αυτό σημαίνει ότι οι συμμετέχοντες που ήδη παρουσίαζαν έκπτωση της εγκεφαλικής λειτουργίας εξαιτίας παθήσεων όπως ο διαβήτης ή οι καρδιακές παθήσεις μπορεί να είχαν περισσότερες πιθανότητες να καταναλώνουν τρόφιμα και ροφήματα με τεχνητές γλυκαντικές ουσίες κατά την έναρξη της μελέτης. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που δύσκολα μπορεί να διορθωθεί με το είδος της ανάλυσης που χρησιμοποιήθηκε στη συγκεκριμένη εργασία», τόνισε ο Κατζ.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι τουλάχιστον μία από τις αναλύσεις των συγγραφέων δεν εντόπισε καμία σχέση ανάμεσα στις γλυκαντικές ουσίες και στη γήρανση του εγκεφάλου. Σε μια σειρά στατιστικών μοντέλων, τα οποία συμπεριλήφθηκαν μόνο στο συμπληρωματικό παράρτημα, οι συγγραφείς έδειξαν ότι, όταν αναλύθηκε ολόκληρο το δείγμα, δεν υπήρχε σχέση ανάμεσα στις γλυκαντικές ουσίες και στη γήρανση.

Η συγκεκριμένη ανάλυση περιλάμβανε όλους τους συμμετέχοντες της αρχικής ομάδας. Αντίθετα, η ανάλυση που συγκέντρωσε τη μεγαλύτερη προσοχή απέκλεισε συμμετέχοντες για διάφορους λόγους, όπως επειδή έπασχαν από νόσο Πάρκινσον ή επειδή είχαν αναφέρει ασυνήθιστα υψηλή πρόσληψη θερμίδων.

«Τα προβλήματα, όμως, δεν σταματούν εδώ. Ανεξάρτητοι αξιολογητές επισήμαναν μια σειρά από ξεκάθαρα μαθηματικά λάθη στην εργασία. Αν και δημοσιεύτηκε διόρθωση, εξακολουθούν να υπάρχουν σφάλματα.

Επομένως, η συγκεκριμένη έρευνα αποδεικνύει ελάχιστα σχετικά με τις τεχνητές γλυκαντικές ουσίες και την υγεία του εγκεφάλου. Στην καλύτερη περίπτωση για τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, η μελέτη δείχνει ότι ενδέχεται να υπάρχουν ορισμένες αρνητικές επιπτώσεις. Ακόμη και αυτό, όμως, εξαρτάται από το ποια ανάλυση επιλέγετε να θεωρήσετε αξιόπιστη.

Το πιθανότερο είναι ότι το εύρημα που αναπαράχθηκε ευρέως από τα μέσα ενημέρωσης βασίζεται σε μαθηματικά λάθη.

Παρά την τρομολαγνεία που περιβάλλει εδώ και δεκαετίες τις τεχνητές γλυκαντικές ουσίες, στην πραγματικότητα έχουν μελετηθεί εκτενώς και, σε γενικές γραμμές, δεν είναι επιβλαβείς.

Ορισμένες έρευνες έχουν δείξει ακόμη ότι τα ροφήματα με τεχνητές γλυκαντικές ουσίες μπορεί, από ορισμένες απόψεις, να είναι καλύτερα για την υγεία σας από το νερό. Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτά πιθανότατα οφείλονται στο γεγονός ότι όσοι επιλέγουν ροφήματα με τεχνητές γλυκαντικές ουσίες καταναλώνουν λιγότερα ζαχαρούχα ροφήματα με πολλές θερμίδες.

Οι τεχνητές γλυκαντικές ουσίες έχουν κακή φήμη. Τα δεδομένα, όμως, δείχνουν αρκετά πειστικά ότι είναι τουλάχιστον καλύτερη επιλογή για την υγεία σας από τη ζάχαρη», κατέληξε ο Κατζ.

Τελευταία τροποποίηση στις 13/08/2026 - 22:28