Ηλεκτρονικό τσιγάρο: Τελικά προκαλεί καρκίνο; Νέα μεγάλη μελέτη δίνει την απάντηση

Ηλεκτρονικό τσιγάρο: Τελικά προκαλεί καρκίνο; Νέα μεγάλη μελέτη δίνει την απάντηση
E-Liquids UK / Unsplash
Δευτέρα, 30/03/2026 - 18:02

Το ηλεκτρονικό τσιγάρο είναι πιθανό να προκαλεί καρκίνο του πνεύμονα και του στόματος, σύμφωνα με μια εκτενή ανασκόπηση περισσότερων από 100 μελετών.

Το ηλεκτρονικό τσιγάρο εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και προωθήθηκε ως μια πιο ασφαλής και λιγότερο δύσοσμη εναλλακτική για τη λήψη της εθιστικής ουσίας νικοτίνης, σε σύγκριση με την εισπνοή καπνού από καύση καπνού. Στην πράξη, μια συσκευή θερμαίνει και εξατμίζει ένα υγρό που περιέχει νικοτίνη, το οποίο στη συνέχεια εισπνέετε.

Η χρήση του αυξήθηκε γρήγορα, χωρίς όμως να υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τις πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του.

Παρόλα αυτά, ορισμένοι ειδικοί δημόσιας υγείας είχαν ήδη προειδοποιήσει για τους πιθανούς κινδύνους, με βάση όσα ήταν γνωστά για τις χημικές ουσίες που περιέχουν τα ηλεκτρονικά τσιγάρα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι χρειάστηκαν περίπου 100 χρόνια, από τα μέσα του 1800 έως το 1964, για να αποδειχθεί η αιτιώδης σχέση μεταξύ καπνίσματος και καρκίνου του πνεύμονα, και άλλα 50 χρόνια για να ποσοτικοποιηθούν οι επιπτώσεις. Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές παραμένουν σε εγρήγορση για νέα δεδομένα.

Όσον αφορά το ηλεκτρονικό τσιγάρο, μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν μακροχρόνια δεδομένα σε επίπεδο πληθυσμού, επομένως ο ακριβής κίνδυνος δεν μπορεί ακόμη να ποσοτικοποιηθεί. Ωστόσο, τα πρώτα στοιχεία είναι αρκετά ισχυρά ώστε οι επιστήμονες να προειδοποιούν ότι δεν πρέπει να επαναληφθούν τα λάθη που έγιναν με το κάπνισμα. Ειδικότερα, μια νέα μελέτη πάνω στη σύνδεση του ηλεκτρονικού τσιγάρου και του καρκίνου δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Carcinogenesis.

Σύμφωνα με την ανάλυση, τόσο μελέτες σε ανθρώπους και ζώα όσο και πειράματα σε κύτταρα που εξέτασαν τις επιδράσεις των χημικών ουσιών στα υγρά των ηλεκτρονικών τσιγάρων δείχνουν προς την κατεύθυνση της καρκινογένεσης. Οι μελέτες αυτές, που έχουν δημοσιευθεί από το 2017 και μετά, καταγράφουν «αυξανόμενη ανησυχία», όπως επισημαίνουν οι ερευνητές.

«Αν και στο παρελθόν το κάπνισμα είχε το πλεονέκτημα της αμφιβολίας. το ίδιο δεν θα πρέπει πλέον να ισχύει για το άτμισμα, δεδομένης της ισχύος των διαθέσιμων στοιχείων για την καρκινογένεση», έγραψαν οι συγγραφείς της μελέτης Freddy Sitas και Bernard Stewart από το Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας στην Αυστραλία.

Πόσο καρκινογόνο είναι το ηλεκτρονικό τσιγάρο

Οι Sitas, Stewart και οι συνεργάτες τους θέλησαν να αξιολογήσουν «την καρκινογόνο επίδραση των ηλεκτρονικών τσιγάρων καθαυτών».

Για τον σκοπό αυτό, επικεντρώθηκαν σε μελέτες που εξέτασαν αποκλειστικά τα ηλεκτρονικά τσιγάρα ή συνέκριναν άτομα που ατμίζουν με άτομα που δεν ατμίζουν. Εξαιρέθηκαν έρευνες που αφορούσαν διπλή χρήση, δηλαδή άτομα που και ατμίζουν και καπνίζουν, καθώς και μελέτες που συνέκριναν άμεσα το άτμισμα με το κάπνισμα. Παράλληλα, συμπεριλήφθηκαν μόνο μελέτες που έχουν δημοσιευθεί από το 2017 και μετά, ώστε να αποφευχθεί η υπερβολική εξάρτηση από παλαιότερα και πιο αποσπασματικά δεδομένα.

Οι μελέτες κατηγοριοποιήθηκαν σε 3 βασικές ομάδες: μελέτες σε ανθρώπους που έδειξαν βιοδείκτες βλάβης του DNA, οξειδωτικού στρες και φλεγμονής, πειραματικές μελέτες σε ποντίκια που έδειξαν ανάπτυξη όγκων στους πνεύμονες ως άμεσο αποτέλεσμα της έκθεσης σε αεροζόλ ηλεκτρονικών τσιγάρων και εργαστηριακές αναλύσεις που αποκάλυψαν τους πιθανούς μηχανισμούς μέσω των οποίων οι ουσίες στα υγρά των ηλεκτρονικών τσιγάρων, συμπεριλαμβανομένων γνωστών καρκινογόνων, προκαλούν βλάβες στα κύτταρα.

Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης αναφορές περιστατικών με βαρείς χρήστες ηλεκτρονικών τσιγάρων που εμφάνισαν επιθετικούς καρκίνους του στόματος, χωρίς την παρουσία ή με περιορισμένη παρουσία κλασικών παραγόντων κινδύνου, όπως το κάπνισμα ή ιογενείς λοιμώξεις. Σε αρκετές περιπτώσεις, η νόσος ήταν ασυνήθιστα σοβαρή για την ηλικία των ασθενών.

«Από όσο γνωρίζουμε, αυτή η ανασκόπηση αποτελεί την πιο σαφή ένδειξη ότι όσοι κάνουν ηλεκτρονικό τσιγάρο διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καρκίνου σε σύγκριση με όσους δεν κάνουν. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ευρήματα, από την κλινική παρακολούθηση, τις μελέτες σε ζώα και τα δεδομένα για τους μηχανισμούς, τα ηλεκτρονικά τσιγάρα είναι πιθανό να προκαλούν καρκίνο του πνεύμονα και του στόματος», ανέφερε ο Stewart, ερευνητής στον τομέα του καρκίνου.

Ένα ακόμη ζήτημα που προκαλεί ανησυχία είναι ο τρόπος χρήσης του ηλεκτρονικού τσιγάρου στην πράξη. Το άτμισμα προβάλλεται εδώ και χρόνια ως βοήθημα για τη διακοπή του καπνίσματος και, παρότι ορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι μπορεί να βοηθήσει βραχυπρόθεσμα, ίσως και περισσότερο από άλλες μεθόδους όπως τα επιθέματα νικοτίνης, πολλοί χρήστες δεν διακόπτουν πλήρως το κάπνισμα.

Παράλληλα, οι νέοι που δεν έχουν καπνίσει ποτέ αλλά ξεκινούν να ατμίζουν έχουν τριπλάσιες πιθανότητες να γίνουν τακτικοί καπνιστές, σύμφωνα με μετα-ανάλυση 25 μελετών του 2021.

Η λεγόμενη διπλή χρήση φαίνεται ότι είναι ακόμη πιο επικίνδυνη. Μελέτη του 2024 έδειξε ότι άτομα που κάνουν ηλεκτρονικό και συμβατικό τσιγάρο έχουν τετραπλάσιο κίνδυνο καρκίνου του πνεύμονα σε σχέση με όσους καπνίζουν μόνο.

Αν και απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι κίνδυνοι για την υγεία, η συλλογή μακροχρόνιων δεδομένων θα πάρει χρόνο, καθώς πολλοί καρκίνοι εμφανίζονται δεκαετίες μετά την αρχική έκθεση.

Μέχρι τότε, οι επιστήμονες βασίζονται σε πρώιμα βιολογικά και πειραματικά δεδομένα για να εκτιμήσουν τις πιθανές επιπτώσεις.

Μολονότι ορισμένοι καπνιστές μπορεί να ωφεληθούν χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικά τσιγάρα για να μειώσουν το κάπνισμα, πολλοί νέοι ξεκινούν το άτμισμα χωρίς να έχουν καπνίσει ποτέ, εκθέτοντας έτσι έναν νέο πληθυσμό στη νικοτίνη και σε χημικές ουσίες που διαφορετικά δεν θα εισέπνεαν.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι τα νέα αυτά δεδομένα θα βοηθήσουν τις κυβερνήσεις στη διαμόρφωση και βελτίωση των σχετικών κανονισμών.

«Οι πρώτες ενδείξεις για το κάπνισμα το συνέδεσαν με λοιμώδη νοσήματα, όπως η φυματίωση, και στη συνέχεια με καρδιαγγειακά νοσήματα, εγκεφαλικό και καρκίνο του πνεύμονα. Τα ηλεκτρονικά τσιγάρα κυκλοφορούν εδώ και περίπου 20 χρόνια. Δεν πρέπει να περιμένουμε άλλα 80 χρόνια για να αποφασίσουμε πώς θα τα διαχειριστούμε», ανέφερε ο Sitas, επιδημιολόγος.