Μπορεί η διατροφή κατά την εγκυμοσύνη να προλάβει τις αλλεργίες στο μωρό;

Μπορεί η διατροφή κατά την εγκυμοσύνη να προλάβει τις αλλεργίες στο μωρό;
Fallon Michael / Unsplash
Κυριακή, 20/09/2026 - 06:00

Tι έδειξε μεγάλη μελέτη για την αλλεργία στα αυγά και στα αράπικα φιστίκια.

Ερευνητές στην Αυστραλία θέλησαν να διαπιστώσουν εάν η αυξημένη κατανάλωση αυγών και αράπικων φιστικιών κατά την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό μπορεί να βοηθήσει το μωρό να αναπτύξει ανοχή σε αυτά τα τρόφιμα, προτού αρχίσει να τα καταναλώνει το ίδιο. Ειδικότερα, μεγάλη τυχαιοποιημένη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο «New England Journal of Medicine» έδειξε ότι η αυξημένη κατανάλωση αυγών και αράπικων φιστικιών από τη μητέρα κατά την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό δεν μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο αλλεργίας σε αυτά τα τρόφιμα κατά τον πρώτο χρόνο ζωής. Στη μελέτη συμμετείχαν βρέφη με ισχυρό οικογενειακό ιστορικό αλλεργικών παθήσεων.

Τι γνωρίζαμε μέχρι σήμερα

Σε προηγούμενη έρευνά τους, οι επιστήμονες είχαν διαπιστώσει ότι ορισμένα βρέφη με αυξημένη προδιάθεση μπορεί ήδη από την ηλικία των 4 μηνών να παρουσιάζουν ανοσολογική αντίδραση στο αυγό.

Η αντίδραση αυτή δεν φάνηκε να επηρεάζεται από την πρώιμη εισαγωγή του αυγού στις στερεές τροφές, περίπου στην ηλικία των 4 έως 6 μηνών, όπως συνιστούν οι σημερινές κατευθυντήριες οδηγίες για την πρόληψη των τροφικών αλλεργιών.

Οι ερευνητές υπέθεσαν, επομένως, ότι η ανοχή σε αυτά τα τρόφιμα ίσως πρέπει να αρχίσει να αναπτύσσεται νωρίτερα, ήδη από την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό, όταν φαίνεται να ενεργοποιούνται οι σχετικοί μηχανισμοί του ανοσοποιητικού συστήματος.

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το ανοσοποιητικό σύστημα του εμβρύου εκτίθεται σε ουσίες που προέρχονται από τη μητέρα. Ανάμεσά τους βρίσκονται και τροφικά αλλεργιογόνα, τα οποία μπορεί να φτάσουν στο έμβρυο μέσω του αμνιακού υγρού που καταπίνει.

Μετά τη γέννηση, το μητρικό γάλα πιθανότατα αποτελεί έναν ακόμη τρόπο έκθεσης του βρέφους σε τροφικά αλλεργιογόνα. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι αυτή η έκθεση μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη ανοχής.

Περιορισμένα τα διαθέσιμα στοιχεία

Μέχρι σήμερα, πάντως, τα στοιχεία που δείχνουν ότι οι αλλαγές στη διατροφή της μητέρας μπορούν να προλάβουν τις τροφικές αλλεργίες είναι περιορισμένα.

Μετα-ανάλυση του 2018 έδειξε ότι η αποφυγή αλλεργιογόνων τροφίμων κατά την εγκυμοσύνη ή τον θηλασμό δεν μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης αλλεργικών παθήσεων στα παιδιά. Παρέμενε, όμως, ασαφές εάν ο κίνδυνος επηρεάζεται από την ποσότητα των αλλεργιογόνων που καταναλώνει η μητέρα, καθώς και από το πόσο συχνά και σε ποιον βαθμό εκτίθενται σε αυτά το έμβρυο και το βρέφος.

Μια μεγάλη μελέτη παρατήρησης είχε διαπιστώσει ότι η μεγαλύτερη κατανάλωση αράπικων φιστικιών και άλλων ξηρών καρπών από τη μητέρα κατά την εγκυμοσύνη συνδεόταν με χαμηλότερο κίνδυνο να εμφανίσει το παιδί αλλεργία σε αυτά τα τρόφιμα.

Αντίστοιχα, στα βρέφη που είχαν αρχίσει να τρώνε στερεές τροφές, η μεγαλύτερη κατανάλωση αυγού και αράπικων φιστικιών είχε συσχετιστεί με χαμηλότερα ποσοστά αλλεργίας σε σύγκριση με τη μικρότερη κατανάλωση. Παράλληλα, η μεγαλύτερη κατανάλωση αυγών από τη μητέρα είχε συνδεθεί με υψηλότερη συγκέντρωση πρωτεϊνών του αυγού στο μητρικό γάλα.

Η μελέτη σχεδιάστηκε για να εξετάσει εάν η αυξημένη κατανάλωση αυγών και αράπικων φιστικιών από τη μητέρα κατά την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό μπορεί να προλάβει την εμφάνιση τροφικών αλλεργιών στα βρέφη.

Πώς πραγματοποιήθηκε η μελέτη

Οι ερευνητές σχεδίαζαν αρχικά να εντάξουν στη μελέτη 2.136 γυναίκες. Για να συμμετάσχουν, οι γυναίκες έπρεπε να βρίσκονται πριν από την 23η εβδομάδα της εγκυμοσύνης, να κυοφορούν ένα μωρό και να σκοπεύουν να θηλάσουν για τουλάχιστον 4 μήνες.

Επιπλέον, το μωρό έπρεπε να έχει τουλάχιστον δύο συγγενείς εξ αίματος με διαγνωσμένη αλλεργική πάθηση, όπως άσθμα, έκζεμα, αλλεργική ρινίτιδα ή τροφική αλλεργία στην οποία εμπλέκονται τα αντισώματα IgE.

Οι γυναίκες που είχαν οι ίδιες αλλεργία στο αυγό ή στα αράπικα φιστίκια αποκλείστηκαν, καθώς δεν θα μπορούσαν να ακολουθήσουν με ασφάλεια τη συγκεκριμένη διατροφή.

Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 2.137 έγκυες γυναίκες. Από αυτές, οι 1.070 εντάχθηκαν τυχαία στην ομάδα υψηλής κατανάλωσης αυγών και αράπικων φιστικιών και οι 1.067 στην ομάδα της συνήθους διατροφής.

Οι γυναίκες της πρώτης ομάδας έπρεπε να καταναλώνουν τουλάχιστον 6 αυγά και 60 αράπικα φιστίκια την εβδομάδα, σε οποιαδήποτε μορφή. Ακολούθησαν αυτή τη διατροφή από την ένταξή τους στη μελέτη έως και 4 μήνες μετά τον τοκετό, όσο θήλαζαν. Εάν διέκοπταν νωρίτερα τον θηλασμό, σταματούσε και η διατροφική παρέμβαση.

Οι γυναίκες της ομάδας της συνήθους διατροφής κλήθηκαν να μην καταναλώνουν περισσότερα από 3 αυγά και 30 αράπικα φιστίκια την εβδομάδα.

Το βασικό ερώτημα της μελέτης ήταν εάν τα βρέφη θα εμφάνιζαν αλλεργία στο αυγό ή στα αράπικα φιστίκια που συνδεόταν με τα αντισώματα IgE μέχρι την ηλικία του 1 έτους. Η αξιολόγηση έγινε όταν τα παιδιά είχαν διάμεση ηλικία 12,9 μηνών.

Τα βρέφη υποβλήθηκαν σε δερματικές δοκιμασίες για το ασπράδι του αυγού και τα αράπικα φιστίκια. Όσα είχαν θετικό αποτέλεσμα, χωρίς όμως να διαθέτουν ιστορικό ή άλλα ευρήματα που να δείχνουν με σαφήνεια ότι είχαν αλλεργία, υποβλήθηκαν σε δοκιμασία πρόκλησης με το αντίστοιχο τρόφιμο μέσα στο νοσοκομείο.

Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης ξεχωριστά την αλλεργία στο αυγό και στα αράπικα φιστίκια, την ευαισθητοποίηση του οργανισμού σε καθένα από τα δύο αλλεργιογόνα και την εμφάνιση εκζέματος που είχε διαγνωστεί από γιατρό στους 4 και στους 12 μήνες.

Η αυξημένη κατανάλωση δεν μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο αλλεργίας

Αλλεργία στο αυγό ή στα αράπικα φιστίκια, στην οποία εμπλέκονταν τα αντισώματα IgE, εμφάνισαν 83 από τα 1.066 βρέφη της ομάδας υψηλής κατανάλωσης, ποσοστό 7,8%.

Στην ομάδα της συνήθους διατροφής, αλλεργία εμφάνισαν 89 από τα 1.064 βρέφη, ποσοστό 8,4%. Η διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων δεν ήταν στατιστικά σημαντική.

Το συμπέρασμα δεν άλλαξε όταν οι ερευνητές περιόρισαν την ανάλυση στις γυναίκες που θήλασαν για 4 μήνες και τήρησαν σε ικανοποιητικό βαθμό τη διατροφή που τους είχε δοθεί. Σε αυτή την περίπτωση, τα ποσοστά αλλεργίας ήταν 5,6% στην ομάδα υψηλής κατανάλωσης και 6,8% στην ομάδα της συνήθους διατροφής.

Και οι υπόλοιπες αναλύσεις οδήγησαν σε παρόμοια αποτελέσματα. Δεν υπήρχαν ουσιαστικές ενδείξεις ότι η επίδραση της διατροφικής παρέμβασης άλλαζε ανάλογα με το εάν το μωρό ήταν το πρώτο ή επόμενο παιδί της οικογένειας, την ποσότητα αυγών και αράπικων φιστικιών που κατανάλωνε συνολικά το νοικοκυριό ή την κοινωνικοοικονομική κατάσταση της οικογένειας.

Παρόμοια ήταν τα αποτελέσματα στις δύο ομάδες και όταν εξετάστηκαν ξεχωριστά η αλλεργία στο αυγό, η αλλεργία στα αράπικα φιστίκια, η ευαισθητοποίηση των βρεφών στα δύο τρόφιμα και το έκζεμα που είχε διαγνωστεί από γιατρό στους 4 και στους 12 μήνες.

Δεν διαπιστώθηκαν εμφανείς διαφορές ούτε ως προς την ασφάλεια για τις μητέρες και τα βρέφη. Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες καταγράφηκαν στο 3,6% της ομάδας υψηλής κατανάλωσης και στο 3,8% της ομάδας της συνήθους διατροφής.

Αναφυλαξία των βρεφών στο αυγό ή στα αράπικα φιστίκια καταγράφηκε στο 0,5% και στο 0,9% των δύο ομάδων, αντίστοιχα.

Τελευταία τροποποίηση στις 20/09/2026 - 01:55