Οι πατάτες είναι μια από τις δημοφιλέστερες τροφές παγκοσμίως. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, έχουν βρεθεί στο στόχαστρο, καθώς θεωρείται ότι προκαλούν απότομες αυξήσεις στο σάκχαρο του αίματος, κάτι που, αν επαναλαμβάνεται συχνά, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο διαβήτη.
«Όλα εξαρτώνται από το είδος της πατάτας και τον τρόπο που την ετοιμάζετε», εξήγησε στον Guardian η Christine Bosch από τη Σχολή Επιστήμης Τροφίμων και Διατροφής του Πανεπιστημίου του Leeds. Όπως ανέφερε, οι κοινές πατάτες προκαλούν μεγαλύτερη αύξηση του σακχάρου στο αίμα σε σύγκριση με τις γλυκοπατάτες, παραμένουν όμως σημαντική πηγή υδατανθράκων, ενός βασικού μακροθρεπτικού συστατικού. Παράλληλα, περιέχουν φυτικές ίνες και πολυφαινόλες, οι οποίες επιβραδύνουν την πέψη και συμβάλλουν στο να αισθάνεστε χορτάτοι για περισσότερη ώρα.
Δεν είναι όμως όλες οι πατάτες ίδιες. Οι κηρώδεις (σφιχτές) ποικιλίες όπως η Monalisa, Charlotte και Nicola συνήθως προκαλούν μικρότερη αύξηση του σακχάρου στο αίμα σε σχέση με τις αλευρώδεις ποικιλίες. Η Bosch επισήμανε επίσης ότι η αφαίρεση της φλούδας μειώνει τα διατροφικά οφέλη. «Μια πατάτα 150 γρ. περιέχει περίπου 2 γρ. φυτικών ινών, όμως όταν καθαριστεί, η ποσότητα αυτή μειώνεται στο 1 γρ. Επιπλέον, η φλούδα περιέχει υψηλότερη συγκέντρωση πολυφαινολών», ανέφερε.
Ρόλο παίζει και ο τρόπος μαγειρέματος και σερβιρίσματος. Τρόφιμα που διασπώνται πιο γρήγορα σε σάκχαρα τείνουν να προκαλούν πιο απότομες αυξήσεις στο σάκχαρο του αίματος. Ο πουρές πατάτας, για παράδειγμα, μπορεί να οδηγήσει σε ταχύτερη αύξηση του σακχάρου σε σχέση με μια ολόκληρη πατάτα με τη φλούδα της.
Μια πρακτική συμβουλή για να μειωθεί αυτή η απόκριση είναι «να βράζετε τις πατάτες και να τις αφήνετε να κρυώσουν», εξήγησε η Bosch. Είτε καταναλωθούν κρύες είτε ξαναζεσταμένες, ο γλυκαιμικός τους δείκτης, δηλαδή το πόσο γρήγορα αυξάνουν το σάκχαρο στο αίμα, μειώνεται κατά 30 έως 40%.
Τέλος, μελέτες έδειξαν ότι η κατανάλωση πατάτας από μόνη της δεν αυξάνει απαραίτητα τον κίνδυνο διαβήτη. Ωστόσο, όταν μαγειρεύεται με μεγάλες ποσότητες κρέμας, βουτύρου ή λαδιού, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι αρνητικές. «Παρόλα αυτά, αν δεν γίνεται υπερκατανάλωση, δεν υπάρχει πρόβλημα», κατέληξε η Bosch.








