Η άνοια είναι ένα προοδευτικό σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από επιδείνωση της μνήμης, των γνωστικών ικανοτήτων, της λειτουργίας του εγκεφάλου και της ικανότητας εκτέλεσης καθημερινών δραστηριοτήτων. Εκτιμάται ότι μέσα στα επόμενα 30 χρόνια θα επηρεάζει 150 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Όλο και περισσότερα στοιχεία συνδέουν τη γνωστική γήρανση με παράγοντες που μπορούν να τροποποιηθούν, ιδιαίτερα με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που βιώνει ένα άτομο σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Οι οικονομικές δυσκολίες, οι οποίες συνήθως ορίζονται ως η έλλειψη πόρων για την κάλυψη βασικών αναγκών, συνδέονται με εξασθένηση και έκπτωση των γνωστικών ικανοτήτων.
Οι έρευνες δείχνουν ότι η έλλειψη οικονομικών πόρων συνδέεται πιο σταθερά με χαμηλότερες γνωστικές επιδόσεις από ό,τι οι αλλαγές στη συμπεριφορά που προκαλούν οι οικονομικές δυσκολίες. Άλλα συγχρονικά δεδομένα συνδέουν τον συνδυασμό χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, χαμηλού εισοδήματος και περιορισμένης περιουσίας με χειρότερες γνωστικές επιδόσεις. Πειραματικά και οιονεί πειραματικά δεδομένα υποδεικνύουν έναν πιθανό μηχανισμό: η οικονομική πίεση μπορεί να δεσμεύει μέρος των περιορισμένων γνωστικών πόρων που απαιτούνται για τη συγκέντρωση της προσοχής και τη λήψη αποφάσεων.
Πώς η οικονομική ανασφάλεια μπορεί να επηρεάσει την οικονομική λειτουργία
Δεδομένα 7 δεκαετιών που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στο επιστημονικό περιορικό Innovation in Aging, συνέδεσαν τη χρόνια οικονομική πίεση με διαφορές στις γνωστικές ικανότητες κατά τη μέση ηλικία, καθώς και με σύνθετα πρότυπα γήρανσης του εγκεφάλου, τα οποία επηρεάζονται από το φύλο, τις δύσκολες συνθήκες στην παιδική ηλικία και τον γενετικό κίνδυνο.
Ειδικότερα, οι ερευνητές εξέτασαν κατά πόσο οι μακροχρόνιες οικονομικές δυσκολίες από την πρώιμη ενήλικη ζωή έως τη μέση ηλικία συνδέονται με τις γνωστικές επιδόσεις στη μέση ηλικία, τη μετέπειτα μεταβολή των γνωστικών ικανοτήτων και την υγεία του εγκεφάλου σε μεγαλύτερη ηλικία. Επιπλέον, διερεύνησαν αν αυτές οι συσχετίσεις διαφέρουν ανάλογα με το φύλο, το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο κατά την παιδική ηλικία και τον γενετικό κίνδυνο.
Οι οικονομικές δυσκολίες αξιολογήθηκαν με βάση το οικογενειακό εισόδημα στις ηλικίες των 26, 43 και 53 ετών. Ως χαμηλό εισόδημα ορίστηκε εκείνο που βρισκόταν στο χαμηλότερο 20% (δηλαδή όσοι ήταν φτωχότεροι από το 80% των νοικοκυριών). Αξιολογήθηκαν επίσης οι οικονομικές δυσκολίες που ανέφεραν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες στις ηλικίες των 36, 43 και 53 ετών. Τόσο το χαμηλό εισόδημα όσο και οι οικονομικές δυσκολίες ταξινομήθηκαν σε 3 κατηγορίες: καθόλου, περιστασιακά ή επίμονα. Η έκθεση θεωρήθηκε επίμονη όταν είχε καταγραφεί σε δύο ή περισσότερες αξιολογήσεις.
Οι γνωστικές ικανότητες αξιολογήθηκαν στις ηλικίες των 53, 63 και 69 ετών με δοκιμασίες ταχύτητας επεξεργασίας πληροφοριών και λεκτικής μνήμης. Η υγεία του εγκεφάλου εξετάστηκε με μαγνητική τομογραφία και τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων.
Ο ρόλος του φύλου, των γονιδίων και της παιδικής ηλικίας
Από τους 2.759 συμμετέχοντες, το 16% είχε επίμονα χαμηλό οικογενειακό εισόδημα και το 12% αντιμετώπιζε επίμονες οικονομικές δυσκολίες. Οι μεγαλύτερες οικονομικές δυσκολίες συνδέθηκαν με πιο αργή επεξεργασία πληροφοριών και χειρότερη λεκτική μνήμη στην ηλικία των 53 ετών. Ωστόσο, αυτές οι συσχετίσεις εξασθένησαν σε κάποιον βαθμό όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη συγχυτικούς παράγοντες.
Οι οικονομικές δυσκολίες δεν συνδέθηκαν ισχυρά με την επιδείνωση της ταχύτητας επεξεργασίας πληροφοριών με την πάροδο του χρόνου. Από την άλλη, οι επίμονες οικονομικές δυσκολίες συνδέθηκαν με βραδύτερη έκπτωση της λεκτικής μνήμης, ιδιαίτερα μεταξύ των ατόμων που είχαν χαμηλότερες γνωστικές επιδόσεις κατά την πρώτη αξιολόγηση. Οι συγγραφείς εκτίμησαν ότι αυτό το εύρημα αντανακλά απώλειες στις γνωστικές ικανότητες οι οποίες είχαν ήδη εμφανιστεί μέχρι τη μέση ηλικία και όχι κάποια προστατευτική επίδραση. Αυτό συμβαίνει επειδή οι συμμετέχοντες με χαμηλότερες αρχικές βαθμολογίες παρουσίασαν γενικά μικρότερη μετρήσιμη έκπτωση στη συνέχεια.
Το φύλο επηρέασε τη σχέση ανάμεσα στις οικονομικές δυσκολίες και στις γνωστικές ικανότητες. Οι άνδρες με επίμονα χαμηλό εισόδημα είχαν χειρότερες επιδόσεις στην ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών στην ηλικία των 53 ετών σε σύγκριση με τις γυναίκες. Υπήρχαν επίσης ενδείξεις ότι οι άνδρες που αντιμετώπιζαν επίμονες οικονομικές δυσκολίες παρουσίασαν βραδύτερη επιδείνωση της ταχύτητας επεξεργασίας σε σύγκριση με τις γυναίκες. Όμως, αυτή η αλληλεπίδραση δεν έφτασε το συμβατικό όριο στατιστικής σημαντικότητας. Δεν παρατηρήθηκαν αξιοσημείωτες αλληλεπιδράσεις με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση κατά την παιδική ηλικία ή τον γενετικό κίνδυνο όσον αφορά τις γνωστικές επιδόσεις.
Ατροφία εγκεφάλου και οικονομικές δυσκολίες
Η μεγαλύτερη έκθεση σε χαμηλό οικογενειακό εισόδημα συνδέθηκε με μεγαλύτερο όγκο των εγκεφαλικών κοιλιών στις ηλικίες των 69 έως 71 ετών. Οι συμμετέχοντες που έφεραν την παραλλαγή APOE ε4 (ενός σημαντικού παράγοντα κινδύνου για τη νοσο Αλτσχάιμερ) και είχαν αντιμετωπίσει επίμονες οικονομικές δυσκολίες παρουσίασαν το μεγαλύτερο φορτίο αμυλοειδούς. Εντούτοις, και αυτή η αλληλεπίδραση ήταν απλώς ενδεικτική και δεν έφτασε το συμβατικό όριο στατιστικής σημαντικότητας. Οι άνδρες που αντιμετώπιζαν επίμονες οικονομικές δυσκολίες είχαν επίσης μεγαλύτερο όγκο εγκεφαλικών κοιλιών από τις γυναίκες.
Αν και οι οικονομικές δυσκολίες από μόνες τους δεν συνδέθηκαν άμεσα με τις μεταβολές του όγκου του εγκεφάλου με την πάροδο του χρόνου, προέκυψαν αρκετές σημαντικές αλληλεπιδράσεις. Οι άνδρες που αντιμετώπιζαν συνεχείς οικονομικές δυσκολίες παρουσίασαν ταχύτερη ατροφία του εγκεφάλου και ταχύτερη διεύρυνση των εγκεφαλικών κοιλιών από τις γυναίκες. Οι συμμετέχοντες που είχαν μεγαλώσει σε δυσμενείς συνθήκες και αντιμετώπιζαν επίσης επίμονα χαμηλό οικογενειακό εισόδημα παρουσίασαν μεγαλύτερη ατροφία του ιππόκαμπου και διεύρυνση των εγκεφαλικών κοιλιών. Επιπλέον, οι φορείς του APOE ε4 με επίμονα χαμηλό εισόδημα ή επίμονες οικονομικές δυσκολίες παρουσίασαν ταχύτερη ατροφία ολόκληρου του εγκεφάλου και του ιππόκαμπου, καθώς και μεγαλύτερη διεύρυνση των εγκεφαλικών κοιλιών, σε σύγκριση με όσους δεν έφεραν την παραλλαγή.
Οι αναλύσεις αυτών των επιμέρους ομάδων ήταν διερευνητικές και τα αποτελέσματά τους πρέπει να επιβεβαιωθούν από άλλες μελέτες, επειδή τα δείγματα νευροαπεικόνισης ήταν περιορισμένα και εξετάστηκε μεγάλος αριθμός αλληλεπιδράσεων. Επειδή οι συμμετέχοντες γεννήθηκαν το 1946, οι διαφορές που παρατηρήθηκαν ανάμεσα στα δύο φύλα μπορεί επίσης να αντανακλούν εν μέρει τα πρότυπα απασχόλησης και τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων εκείνης της εποχής.








