Μια νέα πιλοτική μελέτη έδειξε ότι ηλικιωμένοι με καθιστική ζωή, οι οποίοι κατανάλωναν καθημερινά μύρτιλα, παρουσίασαν μεγαλύτερη και πιο σταθερή μείωση των συμπτωμάτων κατάθλιψης, καθώς και μικρές μεταβολές σε δείκτες που σχετίζονται με ένζυμα του μικροβιώματος του εντέρου.
Οι διαφορές στα συμπτώματα κατάθλιψης μεταξύ της ομάδας που κατανάλωνε μύρτιλα και της ομάδας που λάμβανε εικονικό σκεύασμα δεν ήταν στατιστικά σημαντικές. Ωστόσο, τα προκαταρκτικά ευρήματα δείχνουν ότι αξίζει να διερευνηθεί περαιτέρω η σχέση ανάμεσα στα μύρτιλα, το μικροβίωμα του εντέρου και τη διάθεση στους ηλικιωμένους.
«Οι φυτικές ίνες και οι ανθοκυανίνες που περιέχουν τα μύρτιλα έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν το μικροβίωμα του εντέρου και μεταβολίτες που σχετίζονται με την κατάθλιψη στους ηλικιωμένους», ανέφερε η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης Courtney L. Millar, επίκουρη καθηγήτρια Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ. «Στόχος μας ήταν να εξετάσουμε σε προκαταρκτικό επίπεδο πώς η κατανάλωση μύρτιλων επηρεάζει το μικροβίωμα του εντέρου, τους μεταβολίτες και τα συμπτώματα κατάθλιψης».
Πώς έγινε η μελέτη
Στην τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πιλοτική μελέτη παράλληλων ομάδων με εικονικό σκεύασμα συμμετείχαν άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, με καθιστική ζωή και ήπια συμπτώματα κατάθλιψης. Οι συμμετέχοντες κατανάλωναν καθημερινά 48 γρ. σκόνης μύρτιλου, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε δύο φλιτζάνια ή 475 ml φρέσκων μύρτιλων, ή αντίστοιχη ποσότητα εικονικού σκευάσματος σε σκόνη, για 3 μήνες.
Με τη μεταγονιδιωματική αλληλούχιση οι ερευνητές μέτρησαν την αφθονία διαφορετικών ειδών μικροοργανισμών και γονιδίων στο έντερο. Με υγρή χρωματογραφία και φασματομετρία μάζας αξιολόγησαν τα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου στα κόπρανα, τα οποία παράγονται στο έντερο, ενώ με επικυρωμένα ερωτηματολόγια αξιολόγησαν τα συμπτώματα κατάθλιψης πριν και μετά την παρέμβαση.
Συνολικά 18 άτομα ολοκλήρωσαν την παρέμβαση, στην πλειονότητά τους γυναίκες και λευκοί. Στην ομάδα του εικονικού σκευάσματος συμμετείχαν 8 άτομα, με μέση ηλικία 75 έτη, ενώ στην ομάδα των μύρτιλων συμμετείχαν 10 άτομα, με μέση ηλικία 71 έτη.
Δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές στην αφθονία των διαφορετικών ειδών μικροοργανισμών του εντέρου, στις μεταβολικές οδούς MetaCyc ή στους μεταβολίτες των λιπαρών οξέων βραχείας αλύσου. Στην ομάδα που κατανάλωνε μύρτιλα, ωστόσο, καταγράφηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στην αφθονία γονιδίων που σχετίζονται με αρκετά ένζυμα του μικροβιώματος του εντέρου. Μεταξύ αυτών ήταν και το ένζυμο EC 3.6.3.31, μια ATPάση που μεταφέρει πολυαμίνες και συμμετέχει στην παραγωγή του νευροδιαβιβαστή γάμμα αμινοβουτυρικού οξέος (GABA).








