Μια έρευνα σε 50.000 άτομα από 92 χώρες δείχνει ότι η ψυχική υγεία παγκοσμίως βρίσκεται σε ανησυχητικά χαμηλά επίπεδα, ακόμη και στις πλουσιότερες χώρες. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ανησυχητική για τους νέους, καθώς στις προηγούμενες γενιές οι νεότερες ηλικίες είχαν συγκριτικά καλύτερη ψυχική υγεία.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι χαμηλές βαθμολογίες ψυχικής υγείας φαίνεται να οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στις απαντήσεις των νέων, οι οποίοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες σε βασικούς τομείς της ψυχικής ευεξίας, όπως η ενεργητικότητα, η συναισθηματική σταθερότητα και η ικανότητα να διαχειρίζονται τις δυσκολίες της ζωής. Αντίθετα, η μελέτη κατέγραψε πιο θετικά αποτελέσματα για τους μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο όλες οι ηλικιακές ομάδες αξιολογούν τις προσωπικές τους σχέσεις και το νόημα που βρίσκουν στη ζωή τους.
Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό «Social Indicators Research».
«Τα ευρήματα αυτά δεν αποτελούν απλώς μια προειδοποίηση προς τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής ότι χρειάζονται λύσεις για τη βελτίωση της ψυχικής υγείας των νέων ή όσων δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές οικονομικές τους ανάγκες», εξήγησε ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Kai Ruggeri, καθηγητής πολιτικής και διοίκησης της υγείας στη Σχολή Δημόσιας Υγείας Mailman του Πανεπιστημίου Κολούμπια.
«Στην πραγματικότητα, αποτελούν ένα ξεκάθαρο σήμα κινδύνου ότι ολόκληροι πληθυσμοί δυσκολεύονται ήδη και αισθάνονται πως έχουν χάσει μέρος της ικανότητάς τους να αντεπεξέρχονται στις αντιξοότητες. Αυτό συμβαίνει σήμερα, δεν είναι απλώς μια ανησυχία για ένα αβέβαιο μέλλον. Οι ηγέτες δεν μπορούν πλέον να αρκούνται σε αόριστες υποσχέσεις για επενδύσεις σε γενικά προγράμματα ψυχικής υγείας. Πρέπει να δεσμευτούν για συγκεκριμένα και ουσιαστικά μέτρα: να προστατεύσουν το εισόδημα και την οικονομική ασφάλεια των ανθρώπων από τις απώλειες θέσεων εργασίας που προκαλεί η τεχνητή νοημοσύνη, να αντιμετωπίσουν τις αιτίες της επαγγελματικής εξουθένωσης στους νέους και στους ανθρώπους σε παραγωγική ηλικία και να λάβουν μέτρα που θα ενισχύσουν την εμπιστοσύνη στις ευκαιρίες που μπορεί να προσφέρει το μέλλον. Παράλληλα, είναι απαραίτητο να βελτιωθεί η πρόσβαση σε υπηρεσίες φροντίδας για τις ψυχικές διαταραχές. Αν δεν γίνουν αυτά, οι συνέπειες δεν θα φανούν μόνο στο μέλλον. Είναι ήδη εδώ», συνέχισε.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε κυρίως μέσω διαδικτύου. Οι συμμετέχοντες απάντησαν σε 10 ερωτήσεις σχετικά με την ψυχική τους υγεία, οι οποίες εξέταζαν διαφορετικές πλευρές της ευεξίας τους, όπως το πόσο ικανοί αισθάνονται, η αισιοδοξία, η αυτοεκτίμηση, τα θετικά συναισθήματα, η συμμετοχή σε δραστηριότητες και η ενεργητικότητα. Στη συνέχεια, αξιολογήθηκαν και άλλοι παράγοντες, όπως το στρες, η κατάθλιψη, το άγχος και η συνολική ικανοποίηση από τη ζωή. Οι ερευνητές συγκέντρωσαν επίσης πληροφορίες για την ηλικία, το φύλο, την οικονομική κατάσταση, την εργασία και άλλα προσωπικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων.
Το χάσμα αισιοδοξίας
Οι τομείς στους οποίους οι συμμετέχοντες συγκέντρωσαν τις υψηλότερες βαθμολογίες ήταν οι προσωπικές σχέσεις, η αίσθηση ότι η ζωή τους έχει νόημα, η εμπιστοσύνη στις ικανότητές τους, η συμμετοχή σε δραστηριότητες και η αυτοεκτίμηση.
Το εύρημα αυτό ενδέχεται να σημαίνει ότι οι άνθρωποι έχουν σχετικά θετική εικόνα για τον εαυτό τους και την προσωπική τους ζωή, αλλά βλέπουν πιο αρνητικά όσα συμβαίνουν γύρω τους και επηρεάζουν την ψυχική τους ευεξία.
Με άλλα λόγια, μπορεί να αισθάνονται γενικά καλά με την προσωπική τους κατάσταση και τις εμπειρίες τους, αλλά γεγονότα που δεν μπορούν να ελέγξουν, όπως η πολιτική και οικονομική αστάθεια, τους επιβαρύνουν σημαντικά, προκαλώντας φόβο, στρες και εξουθένωση.
Το αποτέλεσμα αυτό συμφωνεί με προηγούμενες αναφορές για το λεγόμενο «χάσμα αισιοδοξίας», δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στο πόσο αισιόδοξα βλέπουν οι άνθρωποι τη δική τους ζωή και στο πόσο αισιόδοξα βλέπουν την κατάσταση της κοινωνίας συνολικά.
Εισόδημα, εκπαίδευση, εργασία και συνθήκες διαβίωσης
Οι άνθρωποι που εργάζονταν, καθώς και όσοι είχαν υψηλότερα εισοδήματα, παρουσίαζαν γενικά καλύτερη ψυχική υγεία και ευεξία. Μάλιστα, δεν φάνηκε να υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο εισοδηματικό όριο πάνω από το οποίο αυτή η σχέση σταματούσε να ισχύει. Όσο καλύτερη ήταν η οικονομική τους κατάσταση, τόσο καλύτερη ήταν και η ψυχική τους υγεία.
Παράλληλα, τα ευρήματα έρχονται σε αντίθεση με την άποψη ότι οι πανεπιστημιακές σπουδές χάνουν την αξία τους. Σε πολλές χώρες, όσοι είχαν ολοκληρώσει μόνο τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ή είχαν ακόμη χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο παρουσίαζαν χαμηλότερη ψυχική ευεξία. Αντίθετα, κάθε επιπλέον βαθμίδα εκπαίδευσης συνδεόταν με καλύτερη ψυχική υγεία και ευεξία.
Σημαντικό ρόλο φάνηκε να παίζει και το αν κάποιος ζούσε μόνος του. Όσοι συγκατοικούσαν με άλλα άτομα είχαν καλύτερη ψυχική ευεξία, ενώ οι υψηλότερες βαθμολογίες καταγράφηκαν σε νοικοκυριά με περισσότερα μέλη. Αντίστοιχα, οι εργαζόμενοι που συνδύαζαν την εργασία από το σπίτι με την παρουσία στον χώρο εργασίας τους είχαν καλύτερα αποτελέσματα από όσους εργάζονταν αποκλειστικά εξ αποστάσεως.
Οι συγγραφείς της μελέτης τονίζουν, ωστόσο, ότι οι συγκρίσεις μεταξύ χωρών πρέπει να γίνονται με προσοχή, καθώς διάφοροι παράγοντες μπορεί να επηρεάζουν τις απαντήσεις. Για παράδειγμα, ορισμένοι συμμετέχοντες ενδέχεται να έδωσαν πιο θετικές απαντήσεις γνωρίζοντας ότι η έρευνα πραγματοποιείται σε παγκόσμιο επίπεδο, θέλοντας έτσι να παρουσιάσουν μια καλύτερη εικόνα της χώρας τους.
Οι ερευνητές εκτιμούν επίσης ότι κάποιοι νέοι μπορεί να επέλεξαν να συμμετάσχουν στην έρευνα ακριβώς επειδή ήθελαν να ακουστεί η φωνή τους, καθώς αισθάνονται ότι οι ανησυχίες τους για την ψυχική υγεία δεν έχουν αντιμετωπιστεί.
Πάντως, οι συγγραφείς καταλήγουν ότι αυτοί οι παράγοντες δεν αρκούν για να εξηγήσουν πλήρως τα αποτελέσματα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια έρευνα με τόσο μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων.








