Η χορήγηση mRNA εμβολίου κατά του κορωνοϊού λίγο πριν ή σε οποιοδήποτε στάδιο της εγκυμοσύνης δεν σχετίζεται με αυτισμό ή άλλες αναπτυξιακές διαταραχές στα παιδιά, σύμφωνα με έρευνα που παρουσιάστηκε στο συνέδριο κύησης 2026 της Society for Maternal-Fetal Medicine. Τα ευρήματα προσθέτουν νέα δεδομένα για τη μακροπρόθεσμη υγεία των παιδιών των οποίων οι μητέρες εμβολιάστηκαν κοντά στην περίοδο της εγκυμοσύνης.
Στις περισσότερες χώρες συστήνονται δύο τύποι εμβολίων κατά της COVID-19: τα εμβόλια mRNA και ένα εμβόλιο πρωτεϊνικής υπομονάδας. Και τα δύο θεωρούνται ασφαλή σε όλα τα στάδια της εγκυμοσύνης και προτείνονται ώστε να προστατεύεται τόσο η υγεία της μητέρας όσο και του βρέφους.
Αναλυτικά τα αποτελέσματα της μελέτης
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Δικτύου Μονάδων Μητρικής-Εμβρυϊκής Ιατρικής των ΗΠΑ. Η ομάδα αξιολόγησε 434 παιδιά ηλικίας 18 έως 30 μηνών για ενδείξεις αυτισμού και άλλες αναπτυξιακές δυσκολίες.
Η μελέτη ήταν προοπτική, πολυκεντρική και παρατηρητική και διεξήχθη από τον Μάιο 2024 έως τον Μάρτιο 2025. Τα μισά παιδιά, 217, γεννήθηκαν από μητέρες που είχαν λάβει τουλάχιστον μία δόση mRNA εμβολίου είτε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είτε μέσα στις 30 ημέρες πριν από τη σύλληψη. Τα υπόλοιπα 217 παιδιά γεννήθηκαν από μητέρες που δεν είχαν λάβει mRNA εμβόλιο ούτε κατά τη διάρκεια ούτε μέσα στις 30 ημέρες πριν από την εγκυμοσύνη.
«Τα νευροαναπτυξιακά αποτελέσματα στα παιδιά που γεννήθηκαν από μητέρες οι οποίες έλαβαν το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού στη διάρκεια ή λίγο πριν από την εγκυμοσύνη δεν διέφεραν από εκείνα των παιδιών που γεννήθηκαν από μητέρες που δεν εμβολιάστηκαν», ανέφερε ο George R. Saade, καθηγητής και πρόεδρος Μαιευτικής και Γυναικολογίας και αναπληρωτής κοσμήτορας για την Υγεία των Γυναικών στο Macon & Joan Brock Virginia Health Sciences at Old Dominion University.
Πώς έγινε η σύγκριση
Για να είναι η σύγκριση όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστη, οι εμβολιασμένες μητέρες αντιστοιχίστηκαν με μη εμβολιασμένες με βάση τον τόπο τοκετού, την ημερομηνία γέννησης, την ασφαλιστική κάλυψη και τη φυλή. Ορισμένες κυήσεις αποκλείστηκαν και από τις δύο ομάδες, όπως όσες κατέληξαν πριν από τις 37 εβδομάδες, αφορούσαν πολύδυμη κύηση ή οδήγησαν στη γέννηση παιδιού με σοβαρή συγγενή ανωμαλία.
Όταν τα παιδιά έφτασαν στην ηλικία 1,5 έως 2,5 ετών, οι ερευνητές αξιολόγησαν την ανάπτυξή τους με ένα εργαλείο ανίχνευσης που μετρά την πρόοδο σε 5 τομείς: επικοινωνία, αδρή κινητικότητα, λεπτή κινητικότητα, επίλυση προβλημάτων και προσωπική κοινωνική αλληλεπίδραση.
«Η μελέτη αυτή, που πραγματοποιήθηκε με αυστηρή επιστημονική μεθοδολογία στο πλαίσιο δικτύου κλινικών δοκιμών του NIH, προσφέρει καθησυχαστικά δεδομένα για τη μακροπρόθεσμη υγεία των παιδιών των οποίων οι μητέρες εμβολιάστηκαν κατά της COVID-19 στην εγκυμοσύνη», ανέφερε στο Science Daily η Brenna L. Hughes, καθηγήτρια Αναπαραγωγικής Βιολογίας και Οικογενειακού Προγραμματισμού και προσωρινή πρόεδρος του Τμήματος Μαιευτικής και Γυναικολογίας στο Duke University στο Ράλεϊ της Βόρειας Καρολίνας.








