Ο ντεκαφεϊνέ καφές μπορεί να μην προσφέρει την ίδια γεύση ή το ίδιο άρωμα με τον κανονικό, όμως υπάρχει ένας πολύ σημαντικός λόγος για να τον επιλέξετε. Ποιος είναι αυτός; Σε ένα πείραμα μικρής κλίμακας, νευροεπιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι συμμετέχοντες που κατανάλωσαν καφέ χωρίς καφεΐνη παρουσίασαν σημαντική βελτίωση σε δύο τεστ μνήμης. Αντιθέτως, όσοι κατανάλωσαν καφέ με καφεΐνη δεν παρουσίασαν αντίστοιχη βελτίωση.
Τα ευρήματα, τα οποία δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Nature Communications, υποδεικνύουν ότι κάτι πέρα από την καφεΐνη επηρεάζει επίσης τον εγκέφαλό μας όταν πίνουμε καφέ. Γι’ αυτή την κατάσταση θα μπορούσαν να ευθύνονται τα μικρόβια του εντέρου μας.
Αν και το πείραμα είναι μικρής κλίμακας και πρώιμου σταδίου, οι νευροεπιστήμονες αρχίζουν να υποψιάζονται ότι ο καφές —ακόμη και χωρίς την καφεΐνη— μπορεί να «διεγείρει» ορισμένους μικροοργανισμούς στο έντερό μας και να μεταβάλει τον βαθμό «επικοινωνίας» τους με τον εγκέφαλο.
«Ο καφές είναι κάτι περισσότερο από απλή καφεΐνη»
«Ο καφές είναι κάτι περισσότερο από απλή καφεΐνη: αποτελεί έναν σύνθετο διατροφικό παράγοντα που αλληλεπιδρά με τα μικρόβια του εντέρου μας, τον μεταβολισμό μας, ακόμη και τη συναισθηματική μας ευεξία», εξηγεί ο John Cryan, νευροβιολόγος ειδικευμένος στη μελέτη του στρες στο University College Cork της Ιρλανδίας.
«Τα ευρήματά μας υποδεικνύουν ότι ο καφές, είτε περιέχει καφεΐνη είτε είναι ντεκαφεϊνέ, μπορεί να επηρεάσει την υγεία με τρόπους διακριτούς αλλά συμπληρωματικούς», προσθέτει. Το εργαστήριο του Cryan στο Cork εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο το έντερο και το μικροβίωμά του αλληλεπιδρούν με τον εγκέφαλο, και αντιστρόφως.
Το 2013, ο Cryan και ο συνάδελφός του Ted Dinan καθιέρωσαν τον όρο «ψυχοβιοτικά» (psychobiotics) για να περιγράψουν πώς τα προβιοτικά μπορούν να διαμορφώσουν το μικροβίωμα του εντέρου και ενδεχομένως να βελτιώσουν την ψυχική υγεία μέσω της επικοινωνίας με τον εγκέφαλο.
Πώς ο καφές μπορεί να επηρεάζει τον άξονα εντέρου-εγκεφάλου
Πλέον, ο Cryan εξετάζει πώς ο καφές ενδέχεται να επηρεάζει τον άξονα εντέρου-εγκεφάλου. Υποψιάζεται ότι τα οφέλη του πρωινού μας καφέ ίσως οφείλονται περισσότερο στα μικρόβια του εντέρου παρά στην καφεΐνη.
Βεβαίως, η καφεΐνη μπορεί να διαπεράσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και να αλληλεπιδράσει άμεσα με τον νευρικό ιστό, αλλά αποτελεί μόνο μία από τις περισσότερες από χίλιες χημικές ενώσεις που περιέχονται στον καφέ.
Η συνολική εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη. Ο καφές δεν περιέχει προβιοτικά, αλλά διαθέτει πλήθος πολυφαινολών —φυτικών ενώσεων που είναι γνωστό ότι τρέφουν τα μικρόβια στο ανθρώπινο έντερο. «Θέλαμε να δούμε αν ο καφές, μέσω των πολυφαινολών, θα επηρέαζε το μικροβίωμα», εξηγεί ο Cryan σε βίντεο.
Δείτε το σχετικό βίντεο με τον John Cryan
{https://www.youtube.com/watch?v=7IIrNBIDaq0}
Το πρόσφατο πείραμα στο εργαστήριο του Cryan διεξήχθη με τη συμμετοχή 31 ατόμων που κατανάλωναν καφέ. Στα άτομα αυτά ζητήθηκε να διακόψουν την κατανάλωση των συνηθισμένων 3 έως 5 φλιτζανιών καφέ την ημέρα για διάστημα δύο εβδομάδων. Το αποτέλεσμα ήταν μια σημαντική μεταβολή στο προφίλ των μικροβίων του εντέρου, όπως αυτό προέκυψε από την ανάλυση σε δείγματα κοπράνων.
Μετά την περίοδο αυτής της αποχής, στους μισούς συμμετέχοντες δόθηκε καφές χωρίς καφεΐνη και στους άλλους μισούς καφές με καφεΐνη, χωρίς κανείς να γνωρίζει ποιος κατανάλωνε ποιο είδος. Η επανεισαγωγή τεσσάρων μερίδων στιγμιαίου καφέ ημερησίως για διάστημα τριών εβδομάδων προκάλεσε έντονες μεταβολές στο μικροβίωμα, ανεξάρτητα από την παρουσία ή μη καφεΐνης.
Χαμηλότερα επίπεδα στρες και κατάθλιψης
Οι συμμετέχοντες ανέφεραν επίσης χαμηλότερα επίπεδα αντιληπτού στρες, κατάθλιψης και παρορμητικότητας αφού άρχισαν ξανά να πίνουν καφέ, ακόμη και αν επρόκειτο για την εκδοχή χωρίς καφεΐνη. «Υπήρχε μια σαφής σχέση μεταξύ ορισμένων εκ των επιδράσεων στη γνωστική λειτουργία, το ανοσοποιητικό σύστημα και το στρες, και του μικροβιώματος των συμμετεχόντων», διευκρινίζει ο Cryan.
Ωστόσο, αξιοσημείωτο είναι ότι μόνο η κατανάλωση του καφέ με καφεΐνη συνδέθηκε με μείωση του άγχους και της ψυχολογικής δυσφορίας, καθώς και με βελτίωση της προσοχής και της εγρήγορσης. Αυτό υποδηλώνει ότι η καφεΐνη ενδέχεται να έχει συγκεκριμένες επιδράσεις στη γνωστική λειτουργία και τη διάθεση, όπως έχουν δείξει και άλλες μελέτες.
«Αλλά υποθέτω πως το πιο εκπληκτικό στοιχείο ήταν ότι, όταν επανεντάξαμε τον καφέ, παρατηρήσαμε επίσης πολύ ενδιαφέρουσες επιδράσεις με την επανένταξη του καφέ χωρίς καφεΐνη», προσθέτει ο Cryan. «Επομένως, δεν ευθυνόταν μόνο η καφεΐνη», σχολιάζει.
Στο πλαίσιο του πειράματος, μόνο οι συμμετέχοντες που κατανάλωναν καφέ χωρίς καφεΐνη παρουσίασαν σημαντική βελτίωση σε δύο τεστ μνήμης μετά την κατανάλωση του καφέ. Στα τεστ αυτά, οι συμμετέχοντες έπρεπε να μάθουν και να θυμηθούν μια σειρά από λέξεις και τοποθεσίες. Η ομάδα που κατανάλωνε καφέ χωρίς καφεΐνη σημείωσε βελτίωση σε διάφορα τμήματα του τεστ λέξεων και έκανε λιγότερα λάθη στο τεστ τοποθεσιών. Αντιθέτως, η ομάδα που κατανάλωνε καφέ με καφεΐνη δεν παρουσίασε σημαντικές βελτιώσεις.








