Αρκετές χώρες στον κόσμο προσανατολίζονται στην κατάργηση της αλλαγής της ώρας δύο φορές τον χρόνο ωστόσο, νέα ανάλυση που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «CMAJ» επισημαίνει ότι η κατάργηση της αλλαγής της ώρας αποτελεί μόνο το μισό της απόφασης. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει επίσης να αποφασίσουν αν θα διατηρήσουν μόνιμα τη χειμερινή ή τη θερινή ώρα.
Και οι δύο επιλογές έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Με τη μόνιμη θερινή ώρα υπάρχει περισσότερο φως το απόγευμα και το βράδυ, κάτι που μπορεί να ευνοεί την αναψυχή, τις κοινωνικές δραστηριότητες, τις μετακινήσεις και ορισμένες μορφές οικονομικής δραστηριότητας.
Από την άλλη πλευρά, η ανατολή του ήλιου γίνεται μία ώρα αργότερα, με αποτέλεσμα τον χειμώνα περισσότεροι άνθρωποι να ξυπνούν, να πηγαίνουν στο σχολείο ή να μετακινούνται προς την εργασία τους ενώ είναι ακόμη σκοτάδι. Η μόνιμη χειμερινή ώρα εξασφαλίζει περισσότερο πρωινό φως και βρίσκεται σε καλύτερη συμφωνία με το ανθρώπινο κιρκάδιο ρολόι, αν και το απόγευμα σκοτεινιάζει νωρίτερα.
«Η κατάργηση της αλλαγής της ώρας λύνει ένα πρόβλημα, αλλά μας φέρνει μπροστά σε μία άλλη απόφαση: ποια ώρα θα πρέπει να ακολουθούμε όλο τον χρόνο;», εξήγησε ο επικεφαλής συγγραφέας Raymond Lam, καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας (UBC), στο Βανκούβερ. «Τα δεδομένα για την υγεία δείχνουν προς τη χειμερινή ώρα, κυρίως επειδή το πρωινό φως είναι σημαντικό για το βιολογικό μας ρολόι, τον ύπνο και τη διάθεση».
Τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα
Μεγάλοι οργανισμοί που ειδικεύονται στον ύπνο και τη χρονοβιολογία τάσσονται υπέρ της μόνιμης χειμερινής ώρας. Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς, το πρωινό φως βοηθά το κιρκάδιο ρολόι του οργανισμού να συγχρονίζεται, ενώ το βραδινό φως καθυστερεί αυτόν τον συγχρονισμό. Επομένως, η μόνιμη θερινή ώρα δυσκολεύει την ευθυγράμμιση του κιρκάδιου ρυθμού κατά τη διάρκεια του χειμώνα, καθώς περιορίζει το πρωινό φως και παρατείνει το φως το βράδυ.
«Τα βιολογικά μας ρολόγια χρειάζονται πρωινό φως για να παραμένουν συγχρονισμένα με το 24ωρο», ανέφερε ο Ralph Mistlberger, καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Simon Fraser, στο Βανκούβερ. «Με τη μόνιμη θερινή ώρα, αυτό το φως έρχεται μία ώρα αργότερα, ακριβώς την εποχή που τα πρωινά του χειμώνα είναι ήδη πιο σκοτεινά».
Οι επιπτώσεις μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τη διάθεση και τον ύπνο. Υπολογίζεται ότι το 1% έως 3% των ανθρώπων στον Καναδά εμφανίζει εποχική συναισθηματική διαταραχή (SAD), ενώ έως και το 15% παρουσιάζει ηπιότερες εποχικές μεταβολές στη διάθεση, τον ύπνο, την όρεξη και τα επίπεδα ενέργειας. Οι συγγραφείς αναφέρονται επίσης σε γεωγραφικές μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες όσοι ζουν πιο δυτικά μέσα στην ίδια ζώνη ώρας, όπου δηλαδή ο ήλιος ανατέλλει αργότερα σύμφωνα με το ρολόι, εμφανίζουν αρκετές δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία.
Τα παιδιά και οι έφηβοι ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι, καθώς στην εφηβεία ο ύπνος μετατοπίζεται φυσιολογικά προς αργότερες ώρες, ενώ το σχολείο εξακολουθεί να ξεκινά νωρίς. Άλλες ομάδες που μπορεί να επηρεάζονται είναι όσοι εργάζονται σε βάρδιες ή ξεκινούν πολύ νωρίς την εργασία τους, όσοι χρησιμοποιούν τα μέσα μαζικής μεταφοράς, οι πεζοί και οι ποδηλάτες, καθώς και όσοι ζουν σε αγροτικές περιοχές ή σε κοινότητες με χαμηλότερα εισοδήματα, όπου ο φωτισμός και οι υποδομές μεταφορών μπορεί να είναι ανεπαρκείς.
Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν ότι η μόνιμη θερινή ώρα έχει και πλεονεκτήματα. Το περισσότερο φως το απόγευμα και το βράδυ μπορεί να διευκολύνει την άσκηση, τις κοινωνικές δραστηριότητες και τα ψώνια μετά τη δουλειά ή το σχολείο.
«Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί η μόνιμη θερινή ώρα είναι ελκυστική. Ο κόσμος θέλει περισσότερο φως μετά τη δουλειά και το σχολείο», τόνισε ο Patrick Baylis, αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Βανκούβερ στο UBC. «Όμως, αυτά τα οφέλη των απογευματινών και βραδινών ωρών θα πρέπει να σταθμιστούν απέναντι στα στοιχεία που συνδέουν την αργότερη ηλιακή ώρα με λιγότερο ύπνο, χαμηλότερη παραγωγικότητα και χειρότερες επιδόσεις στην εκπαίδευση».
Η διεθνής εμπειρία προσφέρει επίσης ορισμένα παραδείγματα που προκαλούν προβληματισμό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες υιοθέτησαν μόνιμη θερινή ώρα κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης του 1974, αλλά εγκατέλειψαν την πολιτική μέσα σε έναν χρόνο, έπειτα από αντιδράσεις για τα σκοτεινά χειμωνιάτικα πρωινά και ανησυχίες για τα παιδιά που πήγαιναν στο σχολείο πριν ανατείλει ο ήλιος. Η Ρωσία υιοθέτησε μόνιμη θερινή ώρα το 2011, αλλά την κατάργησε το 2014 έπειτα από τη δυσαρέσκεια του κοινού. Αντίστοιχα, η Χιλή ανακάλεσε την απόφασή της για μόνιμη θερινή ώρα σε εθνικό επίπεδο μετά την εφαρμογή του μέτρου το 2015.
Οι συγγραφείς της ανάλυσης τονίζουν ότι, όποια επιλογή και αν κάνουν οι κυβερνήσεις, θα πρέπει να παρακολουθούν τις επιπτώσεις της. Αν επιλεγεί η μόνιμη θερινή ώρα, πιθανά μέτρα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν ασφαλέστερους δρόμους και καλύτερες υποδομές για τους πεζούς, αργότερες ή πιο ευέλικτες ώρες έναρξης του σχολείου και της εργασίας, μεγαλύτερη έκθεση στο πρωινό φως στα σχολεία και στους χώρους εργασίας, καθώς και παρακολούθηση του ύπνου, της διάθεσης, των τραυματισμών και άλλων δεικτών υγείας. Η μόνιμη χειμερινή ώρα θα απαιτούσε λιγότερες παρεμβάσεις, κυρίως για την αντιμετώπιση του γεγονότος ότι σκοτεινιάζει νωρίτερα τον χειμώνα και ξημερώνει νωρίτερα το καλοκαίρι.
«Η επιλογή της ώρας είναι ζήτημα δημόσιας υγείας», επισήμανε η Alexandra Choi, ιατρός δημόσιας υγείας στο Vancouver Coastal Health. «Αν οι κυβερνήσεις επιλέξουν τη μόνιμη θερινή ώρα, θα πρέπει να έχουν σχεδιάσει πώς θα αντιμετωπίσουν τις συνέπειες πριν φτάσει ο πρώτος χειμώνας, από ασφαλέστερες πρωινές μετακινήσεις και πιο ευέλικτες ώρες έναρξης έως την παρακολούθηση του ύπνου, της ψυχικής υγείας και των τραυματισμών».
Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι, συνολικά, τα δεδομένα για την υγεία συνηγορούν υπέρ της μόνιμης χειμερινής ώρας.
«Εδώ και χρόνια το ενδιαφέρον έχει επικεντρωθεί στο αν πρέπει να σταματήσουμε να αλλάζουμε τα ρολόγια», κατέληξε ο Lam. «Το σημαντικότερο ερώτημα τώρα είναι τι θα συμβεί το επόμενο πρωί, όταν θα έχουμε σταματήσει να τα αλλάζουμε».








