Επιστήμονες έδειξαν για πρώτη φορά ότι οι μητέρες από κοινωνικοοικονομικά μειονεκτικά περιβάλλοντα, οι οποίες έχουν υψηλά επίπεδα κορτιζόλης, της ορμόνης του στρες, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, τείνουν να αποκτούν παιδιά που βγάζουν νωρίτερα τα πρώτα τους δόντια. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η πρώιμη ανατολή των δοντιών θα μπορούσε να αποτελεί ένα πρώιμο προειδοποιητικό σημάδι ταχύτερης βιολογικής γήρανσης, η οποία σχετίζεται με την κοινωνικοοικονομική στέρηση και το στρες κατά την εγκυμοσύνη.
Τα παιδιά έχουν 20 νεογιλά δόντια, 10 σε κάθε γνάθο. Τα δόντια αυτά είναι σημαντικά για τη μάσηση και την ομιλία, ενώ παράλληλα διατηρούν τον απαραίτητο χώρο για τα 32 μόνιμα δόντια που θα ακολουθήσουν. Τα νεογιλά δόντια αρχίζουν να αναπτύσσονται ήδη από την 6η εβδομάδα της κύησης και σταδιακά βγαίνουν, δηλαδή ανατέλλουν, από την ηλικία των 6 μηνών έως περίπου τα 3 έτη. Ωστόσο, ο χρόνος εμφάνισής τους διαφέρει σημαντικά και επηρεάζεται από τα γονίδια, τη γεωγραφική περιοχή, αλλά και τη συνολική κατάσταση της υγείας και της διατροφής του βρέφους. Τώρα, ερευνητές στις ΗΠΑ έδειξαν για πρώτη φορά ότι υπάρχει ακόμη ένας παράγοντας που μπορεί να επιταχύνει την ανατολή των δοντιών: το στρες της μητέρας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο Frontiers in Oral Health.
«Δείξαμε ότι τα υψηλότερα επίπεδα ορμονών που σχετίζονται με το στρες στη μητέρα, και ιδιαίτερα της κορτιζόλης, προς το τέλος της εγκυμοσύνης συνδέονται με την πρωιμότερη ανατολή των νεογιλών δοντιών του βρέφους», ανέφερε η Ying Meng, αναπληρώτρια καθηγήτρια στη Σχολή Νοσηλευτικής του Πανεπιστημίου του Ρότσεστερ στις ΗΠΑ συγγραφέας της μελέτης.
Προβλήματα στην οδοντοφυΐα
Η Meng και οι συνεργάτες της μελέτησαν 142 μητέρες στις ΗΠΑ από κοινωνικοοικονομικά μειονεκτικά περιβάλλοντα, οι οποίες ήταν έγκυες μεταξύ 2017 και 2022 και συμμετείχαν στη μελέτη μέσω του Ιατρικού Κέντρου του Πανεπιστημίου του Ρότσεστερ. Προς το τέλος του 2ου και του 3ου τριμήνου της εγκυμοσύνης, κάθε γυναίκα έδωσε δείγμα σάλιου, στο οποίο μετρήθηκαν οι συγκεντρώσεις κορτιζόλης, οιστραδιόλης, προγεστερόνης, τεστοστερόνης, τριιωδοθυρονίνης και θυροξίνης.
Όλα τα παιδιά που συμμετείχαν στη μελέτη γεννήθηκαν τελειόμηνα. Στον ένα, στους δύο, στους 4, στους 6, στους 12, στους 18 και στους 24 μήνες μετά τη γέννηση, κάθε μητέρα επισκεπτόταν μαζί με το παιδί της την κλινική, όπου οδοντίατροι κατέγραφαν ποια νεογιλά δόντια είχαν ανατείλει.
Στην ηλικία των 6 μηνών, το 15% των παιδιών είχε από ένα έως 6 δόντια, ενώ στους 12 μήνες το 97,5% είχε από ένα έως 12. Μέχρι την ηλικία των 18 μηνών, όλα τα παιδιά είχαν βγάλει τουλάχιστον κάποια δόντια, από 3 έως 20, ενώ στους 24 μήνες το 25% είχε πλέον και τα 20 νεογιλά δόντια. Στο 2,7% των παιδιών παρατηρήθηκε απότομη αύξηση του αριθμού των δοντιών που εμφανίστηκαν μεταξύ 12 και 18 μηνών, ενώ στα υπόλοιπα παιδιά η ανατολή τους ήταν πιο σταδιακή. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτά τα παιδιά, το μοτίβο δεν ήταν σταθερό. Ο αριθμός των δοντιών στις πρώτες επισκέψεις δεν μπορούσε να προβλέψει πόσα δόντια θα είχε το παιδί στις επόμενες.
Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το 36,6% των γυναικών είχε διαγνωστεί με κατάθλιψη ή άγχος. Εντούτοις, η διάγνωση αυτή δεν συνδεόταν ούτε με τα επίπεδα των ορμονών τους ούτε με τον αριθμό των δοντιών που είχαν βγάλει τα παιδιά τους σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο. Οι συγκεντρώσεις των ορμονών φαίνεται ότι διέφεραν σημαντικά από γυναίκα σε γυναίκα. Όσες είχαν υψηλότερα από τον μέσο όρο επίπεδα μίας ορμόνης, έτειναν να έχουν υψηλότερα επίπεδα και στις υπόλοιπες 5 ορμόνες που εξετάστηκαν, ενώ αντίστοιχη εικόνα παρατηρήθηκε και στις γυναίκες με χαμηλότερες συγκεντρώσεις.
Τι ανακάλυψαν οι ερευνητές
Το σημαντικότερο εύρημα ήταν ότι οι γυναίκες με υψηλότερα επίπεδα κορτιζόλης στο σάλιο τους είχαν παιδιά που είχαν βγάλει περισσότερα δόντια μέχρι την ηλικία των 6 μηνών. Συγκεκριμένα, τα βρέφη των μητέρων με τα υψηλότερα επίπεδα κορτιζόλης είχαν κατά μέσο όρο 4 περισσότερα δόντια σε αυτή την ηλικία σε σύγκριση με τα βρέφη των μητέρων με τα χαμηλότερα επίπεδα.
«Τα υψηλά επίπεδα κορτιζόλης της μητέρας προς το τέλος της εγκυμοσύνης μπορεί να επηρεάσουν την ανάπτυξη του εμβρύου και τον μεταβολισμό των μετάλλων, μεταξύ άλλων τη ρύθμιση των επιπέδων ασβεστίου και βιταμίνης D, τα οποία είναι απαραίτητα για την επιμετάλλωση των οστών και των δοντιών. Είναι επίσης γνωστό ότι η κορτιζόλη επηρεάζει τη δραστηριότητα των οστεοβλαστών και των οστεοκλαστών, των κυττάρων που είναι υπεύθυνα για τη δημιουργία, τη διαμόρφωση και την αναδόμηση των οστών», επισήμανε η Meng.
«Τα αποτελέσματα αυτά προσθέτουν ακόμη μία ένδειξη ότι το στρες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να επιταχύνει τη βιολογική γήρανση στα παιδιά. Επομένως, η πρόωρη ανατολή των δοντιών θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρώιμο προειδοποιητικό σημάδι ότι η ανάπτυξη της στοματικής κοιλότητας και η συνολική υγεία του βρέφους έχουν επηρεαστεί, σε σχέση με την κοινωνικοοικονομική στέρηση και το στρες κατά την εγκυμοσύνη».
Οι συγγραφείς διαπίστωσαν επίσης ότι τα υψηλότερα επίπεδα οιστραδιόλης και τεστοστερόνης στη μητέρα συνδέονταν με μεγαλύτερο αριθμό δοντιών στο παιδί στους 12 μήνες μετά τη γέννηση, αν και η συγκεκριμένη συσχέτιση ήταν πιο αδύναμη. Παρόμοιες, ασθενείς αλλά στατιστικά σημαντικές θετικές συσχετίσεις παρατηρήθηκαν μεταξύ των επιπέδων προγεστερόνης και τεστοστερόνης της μητέρας και του αριθμού των δοντιών του παιδιού στους 24 μήνες, καθώς και μεταξύ των επιπέδων της θυρεοειδικής ορμόνης τριιωδοθυρονίνης και του αριθμού των δοντιών του παιδιού στους 18 και στους 24 μήνες.
Η οιστραδιόλη, η προγεστερόνη και η τεστοστερόνη είναι γνωστό ότι παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του εμβρύου και στο βάρος γέννησης, γεγονός που θα μπορούσε να εξηγήσει με ποιον τρόπο τα υψηλά επίπεδα αυτών των ορμονών ενδέχεται να επιταχύνουν την ανατολή των δοντιών.
«Εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν, όπως ποιες ορμόνες της μητέρας ή ποιοι μεταγενέστεροι αναπτυξιακοί μηχανισμοί προκαλούν αυτή την αλλαγή στον χρόνο ανατολής των δοντιών, ποια ακριβώς είναι η σχέση ανάμεσα στην επιταχυνόμενη ανατολή των δοντιών και τη βιολογική γήρανση και ανάπτυξη και τι μπορεί να σημαίνει αυτή η επιτάχυνση για τη γενική υγεία ενός παιδιού», κατέληξε η Meng.








